Οι ασθενείς με προδιαβήτη που παίρνουν συμπληρώματα βιταμίνης D (1000 IU) καθημερινά έχουν σημαντικά μειωμένο κίνδυνο μετάβασης σε διαβήτη τύπου 2. Στο παραπάνω συμπέρασμα κατέληξε μία έρευνα που δημοσιεύτηκε πριν λίγες ημέρες στο επιστημονικό περιοδικό The Journal of Clinical Endocrinology & Metabolism.

Η μετα-ανάλυση εξέτασε συνολικά 45.000 εθελοντές από 9 κλινικές μελέτες (μέση ηλικία 65). Καθώς το δείγμα που εξετάστηκε ήταν αρκετά μεγάλο, είναι αρκετά εμφανές ότι η ανεπάρκεια βιταμίνης D συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2, σύμφωνα με τους επιστήμονες της έρευνας.

Προηγούμενες μελέτες είχαν δείξει ότι το 40% περίπου του πληθυσμού στο δυτικό κόσμο έχει χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D.

Η σύνδεση ανάμεσα στη βιταμίνη D και το διαβήτη τύπου 2 είναι κάτι που έχει εξεταστεί και στο παρελθόν. Παρά το γεγονός ότι έχουν γίνει τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες, οι τελευταίες δεν κατάφεραν να αποδείξουν πέραν αμφιβολίας ότι η βιταμίνη D μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη του διαβήτη. Ωστόσο, αρκετές από αυτές έχουν δείξει ότι οι ασθενείς με χαμηλά επίπεδα της βιταμίνης μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου, λαμβάνοντας συμπληρώματα.

Μία έρευνα του 2017 έδειξε ότι η βιταμίνη D επηρεάζει τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα και μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 με 3 τρόπους: επηρεάζοντας την παραγωγή ινσουλίνης, την ευαισθησία στην ινσουλίνη και τα επίπεδα της φλεγμονής.

Σύμφωνα με ορισμένους ειδικούς, η βιταμίνη D αποτελεί μία προ-ορμόνη. Το γεγονός αυτό έχει κάνει αρκετούς να πιστεύουν ότι υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στην ινσουλίνη και τη βιταμίνη D. Ασθενείς με χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D έχουν επίσης περιορισμένη λειτουργικότητα στο ανοσοποιητικό σύστημα.

Ωστόσο, αν και η ανεπάρκεια βιταμίνης D είναι αρκετά κοινή στους ασθενείς με παχυσαρκία και διαβήτη τύπου 2, προς το παρόν δεν είναι δυνατό να γνωρίζουμε αν υπάρχει πράγματι σχέση αιτίας-αποτελέσματος και, αν ναι, ποια είναι η κατεύθυνσή της.

Ποια είναι τα Φυσιολογικά Επίπεδα της Βιταμίνης D;

Η βιταμίνη D είναι μία λιποδιαλυτή βιταμίνη, δηλαδή μπορεί να αποθηκευτεί στα λιπώδη κύτταρα, κάτι που συμβαίνει επίσης με τις βιταμίνες A, E και K.

Το γεγονός ότι οι παραπάνω βιταμίνες είναι δυνατό να αποθηκευτούν με αυτό τον τρόπο σημαίνει ότι η αυξημένη πρόσληψη οποιασδήποτε από τις παραπάνω μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες.

Άλλες βιταμίνες είναι υδατοδιαλυτές, γεγονός που σημαίνει η περίσσειά τους μπορεί να απομακρυνθεί με τα ούρα.

Αντίθετα με τις υπόλοιπες βιταμίνες, οι οποίες λαμβάνονται συνήθως από τη διατροφή, η κύρια πηγή της βιταμίνης D είναι η έκθεση στο φως του ηλίου.

Καθώς σήμερα η ανεπάρκεια βιταμίνης D είναι αρκετά κοινό φαινόμενο, πολλοί γιατροί συνιστούν στους ασθενείς τους να πάρουν συμπληρώματα, αν διαπιστώσουν ότι τα επίπεδα είναι χαμηλά.

Ιδιαίτερα στους ασθενείς με παχυσαρκία, η ανεπάρκεια βιταμίνης D είναι ιδιαίτερα συχνή.

Τα επίπεδα της βιταμίνης D αναφέρονται στον παρακάτω πίνακα:

Φυσιολογικά >30 ng/mL
Ήπια Ανεπάρκεια 20-30 ng/mL
Μέτρια Ανεπάρκεια 10-20 ng/mL
Σοβαρή Ανεπάρκεια <10 ng/mL

 

Παλαιότερες οδηγίες για την αντιμετώπιση της ανεπάρκειας βιταμίνης D με συμπληρώματα συνιστούσαν μόλις 400 UI (διεθνείς μονάδες) ημερησίως, ωστόσο σήμερα μπορεί να χορηγηθούν και υψηλότερες δόσεις.