Η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη είναι μία εξέταση που χρησιμοποιείται ευρέως για τη διάγνωση του διαβήτη, ωστόσο είναι «εξαιρετικά αναξιόπιστη», σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας. Όχι μόνο δεν μπορεί να διαγνώσει αρκετά περιστατικά διαβήτη, αλλά συχνά υπερκτιμά τη συχνότητα της φυσιολογικής ανοχής στη γλυκόζη (NGT).

Οι γιατροί δεν πρέπει να βασίζονται μόνο στη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη και σε ασθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο πρέπει να γίνεται δοκιμασία ανοχής της γλυκόζης για να επιβεβαιωθεί η διάγνωση, είπε η Δρ Μαρία Μερσέντες Τσανγκ Βιλλακρέσες όταν παρουσίασε τα αποτελέσματα της έρευνας στην ετήσια συνάντηση του The Endocrine Society στη Νέα Ορλεάνη.

Η Δρ Βιλλακρέσες και η ομάδα της από την Καλιφόρνια, ανέλυσαν δεδομένα από 9000 ενήλικες που δεν είχαν διαγνωστεί με διαβήτη και είχαν λάβει μέρος στο National Health and Nutrition Examination Survey κατά τα έτη 2005-2014.

Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι, σε σύγκριση με την από του στόματος δοκιμασία ανοχής της γλυκόζης, η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη θα διαγνώσει λανθασμένα ανοχή στη γλυκόζη στο 42% των ενηλίκων και θα χάσει το 73% των περιστατικών διαβήτη. Τα άτομα αυτά «θα χάσουν την ευκαιρία για γρήγορη χορήγηση θεραπείας», είπε η Δρ Βιλλακρέσες.

Συνολικά, για τη διάγνωση του διαβήτη, η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη είχε ευαισθησία 26.93% και ειδικότητα 99.39%. Για τον προσδιορισμό της NGT, η εξέταση είχε ευαισθησία 84.91% και ειδικότητα 43.53%.

Η ακρίβεια της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης παρουσίασε επίσης διαφοροποίηση ανάλογα με τη φυλή και την εθνικότητα.

«Η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη είναι η κύρια μέθοδος ελέγχου και διάγνωσης του διαβήτη. Οι οδηγίες του American Diabetes Association έχουν κομμάτια που αναφέρονται στη δοκιμασία ανοχής της γλυκόζης και υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει να βασιζόμαστε αποκλειστικά στη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη. Η έρευνά μας δείχνει ότι ο γιατρός δεν πρέπει να βασίζεται μόνο στην τελευταία», είπε η Δρ Βιλλακρέσες.

Η Δρ Γκρέιν Ο’Μάλεϊ, αναπληρώτρια καθηγήτρια ιατρικής, ενδοκρινολογίας, διαβήτη και οστικών νόσων από τη Νέα Υόρκη, που δεν είχε λάβει μέρος στην έρευνα, δήλωσε ότι τα δεδομένα «είναι ανησυχητικά, καθώς αν και είναι ήδη γνωστό ότι η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη είναι αναξιόπιστη σε αρκετά άτομα (διάφοροι παράγοντες που μπορεί να προκαλέσουν λανθασμένη διάγνωση δεν είχαν υπολογιστεί στις προηγούμενες έρευνες και το εύρος της μέσης γλυκόζης αίματος στις διάφορες τιμές γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης παρουσιάζει σημαντική επικάλυψη), οι παρατηρήσεις έχουν χρησιμότητα σε πληθυσμιακό επίπεδο».

«Αυτό που πρέπει να προσδιοριστεί μετά από τα παραπάνω δεδομένα είναι αν ο παραπάνω πληθυσμός είναι μία ομάδα που έχει θετική δοκιμασία ανοχής γλυκόζης και ρυθμίζει τα επίπεδα γλυκόζης μόνο με τη διατροφή ή αν η γλυκοζιλιωμένη αιμοσφαιρίνη δεν εκτιμά τη συνολική ρύθμιση. Ακόμα κι αν η γλυκόζη τους είναι ρυθμισμένη, τα δεδομένα αυτά μπορεί να εξηγήσουν τα σχετικά υψηλά ποσοστά μικραγγειακών επιπλοκών που παρατηρούνται στους ασθενείς με προδιαβήτη ή διάγνωση διαβήτη», είπε η Ο’Μάλεϊ.

«Είναι θετικό ότι οι ερευνητές προσπάθησαν να εξετάσουν ποιοι πληθυσμοί επηρεάζονται περισσότερο. Η δοκιμασία ανοχής γλυκόζης σε επίπεδο πληθυσμού είναι ιδιαίτερα δύσκολη, επομένως είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ποιες ομάδες διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο διαβήτη ή έχουν αυξημένη πιθανότητα να έχουν ψευδώς θετική γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (η ανεπάρκεια σιδήρου και οι πολυλκυστικές ωοθήκες είναι δύο ήδη γνωστοί παράγοντες αλλά πιθανώς υπάρχουν κι άλλοι). Θα είναι επίσης ευκολότερο να δημιουργηθεί μία αλγοριθμική προσέγγιση που θα περιλαμβάνει διάφορα βήματα και θα εξετάζει επίσης πόσο καλά ρυθμισμένη είναι η γλυκόζη αρχικά», κατέληξε.

Βιβλιογραφία: Medscape

Φωτογραφία: Gia Willow Alexa Annermarken