Πολλοί συγγραφείς κατηγορούν σήμερα τη φρουκτόζη ως τον κύριο αιτιολογικό παράγοντα για την παχυσαρκία και το διαβήτη, καθώς και για τις επιπλοκές στην καρδιά και το μεταβολισμό, που σχετίζονται με αυτές τις παθολογικές καταστάσεις, λόγω των βιοχημικών, μεταβολικών και ενδοκρινικών απαντήσεων που προκαλεί.

Ιστορική αναδρομή

Ναι

Στις αρχές του 20ου αιώνα, η φρουκτόζη είχε χρησιμοποιηθεί σαν εναλλακτικό γλυκαντικό για τη διατροφή των διαβητικών ασθενών και μάλιστα είχε υποστηριχθεί ότι η χρήση της σε μικρές ποσότητες από άτομα με διαβήτη μπορεί να έχει θετικές δράσεις. Η άποψη αυτή διατηρήθηκε για τα επόμενα 50 χρόνια και μάλιστα δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στην αντικατάσταση της γλυκόζης ή των εξευγενισμένων αμύλων από τη φρουκτόζη, την ξυλιτόλη, τη σορβιτόλη και τη μαννιτόλη.  Τις τελευταίες δύο δεκαετίες του 20ού αιώνα αποδείχτηκε επανειλημμένα ότι η φρουκτόζη προκαλούσε μικρότερη μεταγευματική γλυκαιμική απόκριση σε σχέση με τους υδατάνθρακες που περιέχουν γλυκόζη. Η φρουκτόζη έχει γλυκαιμικό δείκτη 20, ενώ η γλυκόζη 100 και η μαλτόζη 105.

Όχι

Στις αρχές του 21ου αιώνα, ωστόσο, οι ευεργετικές δράσεις της φρουκτόζης άρχισαν να αμφισβητούνται έντονα. Αν και οι οδηγίες για τη διαχείριση του διαβήτη συνέχισαν να υποστηρίζουν ότι η φρουκτόζη αποτελεί καλό υποκατάστατο των σακχάρων που περιέχουν γλυκόζη, παρατηρήθηκε ότι η φρουκτόζη προκαλεί διαταραχές στα επίπεδα των λιπιδίων του αίματος. Αποτέλεσμα ήταν η αλλαγή των οδηγιών και από το 2002 δεν συνίσταται πια η χρήση φρουκτόζης στη δίαιτα των διαβητικών ασθενών. Στη συνέχεια, μία άλλη έρευνα, συνέδεσε τη φρουκτόζη με την αύξηση της παχυσαρκίας.

Πάλι Ναι

Δύο πρόσφατες ανασκοπήσεις της βιβλιογραφίας όμως βρίσκουν και πάλι πλεονεκτήματα από τη χρήση της φρουκτόζης σαν υποκατάστατο της γλυκόζης και των σακχάρων που περιέχουν γλυκόζη, ενώ παράλληλα αντικρούουν πολλούς από τους ισχυρισμούς για τις ανεπιθύμητες δράσεις της. Η πρώτη έρευνα χρησιμοποίησε τα στοιχεία από 47 μελέτες σίτισης σύντομης διάρκειας σε άτομα με και χωρίς διαβήτη και βρήκε ότι η φρουκτόζη (που χρησιμοποιήθηκε σαν υποκατάστατο της γλυκόζης ή της σακχαρόζης) σε δόσεις από 15-100 g μείωσε τη μεταγευματική γλυκόζη του αίματος και την ανταπόκριση στην ινσουλίνη, χωρίς ανεπιθύμητες ενέργειες στα τριγλυκερίδια. Η δεύτερη έρευνα, που χρησιμοποίησε τα στοιχεία από 11 μελέτες διατροφής μακράς διάρκειας (άνω των δύο εβδομάδων) πάλι σε άτομα με και χωρίς διαβήτη, επιβεβαίωσε ότι οι επιδράσεις της φρουκτόζης που διαπιστώθηκαν από την πρώτη έρευνα αφορούσαν και μακροχρόνια προγράμματα διατροφής. Η αντικατάσταση της γλυκόζης και της σακχαρόζης από φρουκτόζη, σε δόσεις από 24-150g/d στο φαγητό ή το ποτό βελτίωσε τις τιμές της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης και της γλυκόζης νηστείας, χωρίς ανεπιθύμητες ενέργειες στην ινσουλίνη νηστείας, τα επίπεδα λιπιδίων του αίματος και το σωματικό βάρος, ειδικά σε ασθενείς με μειωμένη ανοχή στη γλυκόζη ή διαβήτη τύπου 2.

Αυτές οι δύο έρευνες δεν είναι οι μοναδικές που έχουν επιβεβαιώσει τη χρησιμότητα της φρουκτόζης ως υποκατάστατο του αμύλου και των σακχάρων που περιέχουν γλυκόζη. Από σοβαρές επιστημονικές εταιρείες που βασίζουν τις οδηγίες τους σε πολλές μελέτες η φρουκτόζη θεωρείται αντιϋπεργλυκαιμικός παράγοντας όταν χρησιμοποιείται σε μικρές ποσότητες αντί της γλυκόζης ή της σακχαρόζης. Θετικές επιδράσεις βρέθηκαν ακόμη στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, ενώ δεν παρουσιάστηκε επιδείνωση σε κανένα παράγοντα κινδύνου που σχετίζεται με το καρδιαγγειακό σύστημα, όπως η γλυκόζη νηστείας, η ινσουλίνη, η ευαισθησία στην ινσουλίνη, το βάρος του σώματος, τα λιπίδια αίματος σε νηστεία, τα μεταγευματικά επίπεδα λιπιδίων του αίματος, το ουρικό οξύ και οι δείκτες για το λιπώδες ήπαρ μη αλκοολικής αιτιολογίας. Υπάρχουν ακόμα σημαντικές βιολογικές ενδείξεις που υποστηρίζουν τα οφέλη της φρουκτόζης στο μεταβολισμό της γλυκόζης στο ήπαρ, όταν λαμβάνεται φρουκτόζη σε μικρές ποσότητες.

Τα τελευταία λοιπόν ευρήματα δικαιολογούν το ενδιαφέρον που υπήρχε στο παρελθόν για τη φρουκτόζη σαν εναλλακτικό γλυκαντικό και καταρρίπτουν τον ισχυρισμό ότι τα σάκχαρα που περιέχουν γλυκόζη είναι προτιμότερα από τη φρουκτόζη λόγω των ανεπιθύμητων ενεργειών της τελευταίας.

Όμως…

Ωστόσο η αντικατάσταση μιας γλυκαντικής ουσίας που έχει θερμίδες με κάποιαν άλλη, ίσως δεν είναι η ιδανική λύση. Αν η φρουκτόζη αντικαταστήσει τα σάκχαρα που περιέχουν γλυκόζη σε τρόφιμα πλούσια σε θερμίδες και θρεπτικές ουσίες μπορεί να μην έχει το όποιο θετικό αποτέλεσμα. Στο παρελθόν η ονομασία κάποιων τροφίμων ως «υγιεινών» ή «χαμηλής περιεκτικότητας σε λίπη» οδήγησε στην υπερκατανάλωσή τους. Οι ίδιες έρευνας που κατέληξαν στα προαναφερθέντα αποτελέσματα, έδειξαν επίσης ότι η κατανάλωση φρουκτόζης σε δίαιτες με πολλές θερμίδες προκάλεσε παχυσαρκία και επιδείνωση όλων των παραγόντων κινδύνου που αναφέρονται πιο πάνω. Η χρήση της φρουκτόζης επομένως πρέπει να συνδυαστεί με μία γενικότερη προσέγγιση που σκοπό θα έχει τη μείωση της θερμιδικής πρόσληψης από σάκχαρα και άμυλο, προωθώντας παράλληλα την κατανάλωση τροφίμων ολικής άλεσης, φυτικών ινών, φρούτων και λαχανικών, οσπρίων, ξηρών καρπών και γαλακτοκομικών προϊόντων.

Συμπεράσματα

Η ιστορία της φρουκτόζης αντανακλά την κυκλική πορεία αρκετών ουσιών στη διατροφή. Τα τελευταία δεδομένα συμπληρώνουν τον κύκλο της φρουκτόζης. Αρχικά έχαιρε ευρείας αποδοχής, στη συνέχεια ενοχοποιήθηκε και τώρα με τα νέα δεδομένα θεωρείται και πάλι χρήσιμη. Και πάλι χρειάζονται κλινικές δοκιμές μακράς διάρκειας για να μελετηθούν οι μακροχρόνιες επιδράσεις της. Προς το παρόν πάντως, αυτό που έχει βρεθεί είναι ότι η φρουκτόζη δεν είναι πιο επιβλαβής από τις ουσίες τις οποίες θα αντικαταστήσει.

 

Πηγή: The American Journal of Clinical Nutrition

Για περισσότερες πληροφορίες πάνω σε πολλά ακόμα ενδιαφέροντα θέματα: pathologia.eu