Γιατί πρέπει να ρυθμίζουμε το διαβήτη;

Διότι έτσι περιορίζονται τα συμπτώματά του, αλλά και διότι προστατεύουμε σε σημαντικό βαθμό τον ασθενή από τις επιπλοκές του διαβήτη.

Πως ρυθμίζουμε το διαβήτη;

Για όλα τα άτομα με διαβήτη η αλλαγή του τρόπου ζωής (δίαιτα και άσκηση) είναι ο πρώτος στόχος. Ο ασθενής πρέπει να μάθει να διακρίνει ποιά τρόφιμα ανεβάζουν το σάκχαρό του και να περιορίσει την κατανάλωσή τους. Πρέπει ακόμα να αυξήσει τη σωματική του δραστηριότητα, ελαττώνοντας έτσι την αντίσταση στην ινσουλίνη, ιδίως αν είναι υπέρβαρος ή παχύσαρκος.

Πρέπει ακόμα να μετρά τη γλυκόζη στο αίμα του και να επιδιώκει μικρότερες τιμές γλυκόζης, με στόχους που εξηγούνται από το γιατρό του. Δυστυχώς η δίαιτα και η σωματική άσκηση δεν αρκούν. Γι αυτό συνιστάται η έναρξη φαρμάκων.

Για το διαβήτη τύπου 1 το μόνο φάρμακο που μπορεί να ρυθμίσει το διαβήτη είναι η ινσουλίνη, που χορηγείται με ένεση στο δέρμα (υποδόρια ένεση) και μάλιστα σε 3 ή 4 ενέσεις, μία για το σάκχαρο νηστείας και από μία για κάθε γεύμα. Αυτό λέγεται εντατικό σχήμα ινσουλίνης και απαιτεί 3 ή τέσσερεις μετρήσεις την ημέρα και λήψη ινσουλίνης ανάλογα με τις μετρήσεις, την ποσότητα τροφής και τη σωματική δραστηριότητα. Η ινσουλίνη στο διαβήτη τύπου 1 χορηγείται αμέσως μόλις διαγνωστεί ο διαβήτης, αφού ο ασθενής με διαβήτη τύπου 1 δεν παράγει ινσουλίνη και κινδυνεύει από κετοξέωση.

Για το διαβήτη τύπου 2, αρχίζουμε με τη μετφορμίνη, ένα φάρμακο που ελαττώνει την αντίσταση στην ινσουλίνη. Αν δεν φθάσει στους στόχους, τότε προσθέτουμε και δεύτερο ή και τρίτο φάρμακο, που λειτουργεί με διαφορετικό τρόπο, ή ινσουλίνη ή τελικά χρησιμοποιούμε το εντατικό σχήμα ινσουλίνης, όπως στο διαβήτη τύπου 1.

Η ρύθμιση του διαβήτη αποδεικνύεται, εκτός από τις καθημερινές μετρήσεις, από μια εξέταση αίματος, τη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη, που πρέπει να μετράται τακτικά (κάθε λίγους μήνες), για όλη τη ζωή του ατόμου με διαβήτη.

Τί είναι η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη;

Η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη είναι μια εξέταση αίματος (από φλέβα) που δείχνει πόσο ήταν η γλυκόζη στο αίμα κατά τις τελευταίες εκατό περίπου προηγούμενες ημέρες. Η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη είναι ένα ποσοστό (επί τοις εκατό, %) και συμβολίζεται ως HbA1c. Είναι το ποσοστό της αιμοσφαιρίνης που έχει ενωθεί με γλυκόζη με μια αντίδραση που λέγεται γλυκοζυλίωση. Η αιμοσφαιρίνη είναι η κόκκινη ουσία που περιέχει σίδηρο και μεταφέρει οξυγόνο και βρίσκεται κυρίως στα ερυθρά αιμοσφαίρια, αλλά και διαλυμένη στο αίμα και δίνει το χαρακτηριστικό χρώμα. Το ποσοστό της αιμοσφαιρίνης που έχει γλυκοζυλιωθεί εξαρτάται από το χρόνο που βρίσκονται μαζί η αιμοσφαιρίνη και η γλυκόζη και από το ποσό της γλυκόζης και της αιμοσφαιρίνης. Τα ερυθρά αιμοσφαίρια ζουν περίπου εκατόν είκοσι ημέρες, οπότε το ποσοστό της αιμοσφαιρίνης που έχει γλυκοζυλιωθεί δείχνει κατά μέσον όρο πόσο ήταν γλυκόζη στο αίμα κατά τους προηγούμενους τρεις περίπου μήνες. Αυτό γενικά ισχύει εφ’ όσον ο εξεταζόμενος δεν πάσχει από κάποια πάθηση του αίματος ή δεν υποβάλλεται σε αιμοκάθαρση.

Φυσιολογικά η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη είναι κάτω από 4-6%. Γενικός στόχος για έναν διαβήτη που είναι ρυθμισμένος ικανοποιητικά είναι να διατηρείται η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη κάτω από 7%. Συνήθως για ένα άτομο με διαβήτη τύπου 1 ένα επιζητούμε γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη κάτω από 6,5%. Σε ηλικιωμένα άτομα, με σημαντικά προβλήματα υγείας είτε με τάση για υπογλυκαιμίες, μπορεί να μας αρκεί ποσοστό γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης άνω του 7%. Πάντως εξατομικεύουμε το στόχο για τη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη ανάλογα με την ιδιαίτερη κατάσταση του ασθενή μας, γνωρίζοντας όμως ότι όσο μεγαλύτερη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη έχει, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα διαβητικών επιπλοκών.

Μειονέκτημα της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης είναι ότι δεν αποκαλύπτει τις καθημερινές διακυμάνσεις της γλυκόζης. Έτσι μπορεί μια ικανοποιητική γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη να είναι αποτέλεσμα είτε ικανοποιητικών επιπέδων γλυκόζης κατά το τελευταίο τρίμηνο είτε, για το ίδιο χρονικό διάστημα άλλοτε πολύ μικρών και άλλοτε πολύ μεγάλων επιπέδων γλυκόζης. Γι αυτό είναι εξ ίσου σημαντικές οι συχνές μετρήσεις γλυκόζης για την απόδειξη της ρύθμισης του διαβήτη.

Στις ΗΠΑ η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (άνω του 6,5%) χρησιμοποιείται ως κριτήριο για τη διάγνωση του διαβήτη, αλλά σε εργαστήρια που έχουν έλεγχο πιστοποίησης. Στην Ελλάδα η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη δεν αποτελεί κριτήριο για τη διάγνωση του διαβήτη.

Πως γίνονται οι μετρήσεις γλυκόζης;

Γίνονται είτε στο εργαστήριο από εξέταση αίματος από τη φλέβα (φλεβικό αίμα), είτε με τη χρήση μετρητών γλυκόζης αίματος από μια σταγόνα από το δάκτυλο (τριχοειδικό αίμα). Γενικά η μέτρηση φλεβικού αίματος στο εργαστήριο είναι περισσότερο αξιόπιστη, αλλά για την καθημερινή παρακολούθηση, η μέτρηση με μετρητή σακχάρου αρκεί. Συνήθως υπάρχει μια μικρή διαφορά – απόκλιση μεταξύ των δύο μεθόδων. Για τη σχετική ακρίβεια του μετρητή μας μπορεί να χρειαστεί να φέρουμε το μετρητή στο εργαστήριο και αφού ληφθεί φλεβικό αίμα για τη μέτρηση της γλυκόζης, να γίνει και μια μέτρηση τριχοειδικού αίματος μέσα σε λίγα λεπτά και να κάνουμε αντιπαραβολή των δύο αποτελεσμάτων. Για τη διαπίστωση της ακρίβειας του μετρητή δεν πρέπει να υπάρξει μεγάλο χρονικό διάστημα μεταξύ των δύο μετρήσεων γιατί η γλυκόζη στο αίμα μεταβάλλεται συνεχώς, ιδίως στα άτομα με διαβήτη. Αν μετρηθούμε στο σπίτι και μετά από αρκετή ώρα γίνει η αιμοληψία στο εργαστήριο, τότε δεν μπορούμε να βγάλουμε κανένα συμπέρασμα από τις δύο τιμές (μετρητή και εργαστηρίου).

Για τη διάγνωση του σακχαρώδη διαβήτη αξιολογούνται μόνον οι μετρήσεις του εργαστηρίου και όχι του μετρητή.