Μια πρόσφατη δημοσίευση σε έγκριτο ιατρικό περιοδικό τάραξε τα νερά της κατεστημένης γνώσης σχετικά με το σακχαρώδη διαβήτη και προκάλεσε μια παραγωγική και ωφέλιμη δραστηριότητα στη σχετική αρθρογραφία. Αντί για τη σημερινή παραδοχή δύο τύπων διαβήτη (Τύπος 1 και Τύπος 2), οι ερευνητές προτείνουν τέσσερεις υποδιαιρέσεις του Τύπου 2, ανεβάζοντας συνολικά σε πέντε τους τύπους του σακχαρώδη διαβήτη.

Επί πλέον χαρακτηρίζουν τους δύο από τους τέσσερεις αυτούς τύπους ως «ήπιο» διαβήτη σε αντιδιαστολή με τους άλλους δύο και τον τύπο 1, που χαρακτηρίζουν «σοβαρούς» τύπους.

Οι προτεινόμενοι νέοι τύποι διαβήτη

1.       Σοβαρός αυτοάνοσος διαβήτης, (ο οποίος ουσιαστικά είναι ο διαβήτης τύπου 1) και χαρακτηρίζεται από πρώιμη εκδήλωση, σε σχετικά αδύνατα άτομα, κακό μεταβολικό έλεγχο, έλλειψη ινσουλίνης και παρουσία αντισωμάτων κατά των κυττάρων που παράγουν ινσουλίνη. Σ’ αυτόν περιλαμβάνεται ο διαβήτης τύπου LADA, δηλαδή διαβήτης με τα ίδια χαρακτηριστικά, που όμως αρχικά μπορεί να μοιάζει με διαβήτη τύπου 2, αλλά μετά εξελίσσεται ως τυπικός διαβήτης τύπου 1.

2.       Σοβαρός διαβήτης με ανεπάρκεια ινσουλίνης, ο οποίος είναι παρόμοιος με τον προηγούμενο, χωρίς την παρουσία αντισωμάτων.

3.       Σοβαρός διαβήτης με αντίσταση στην ινσουλίνη σε παχύσαρκα άτομα

4.       Ήπιος διαβήτης σχετιζόμενος με την παχυσαρκία, αλλά χωρίς αντίσταση στην ινσουλίνη και

5.       Ήπιος διαβήτης που σχετίζεται με την ηλικία, παρόμοιος με τον διαβήτη της τέταρτης ομάδας αλλά εμφανίζεται σε ασθενείς μεγαλύτερους από εκείνους των άλλων τύπων

 Οι Σουηδοί και Φινλανδοί ερευνητές, αφού εξέτασαν δεδομένα 20.000 ατόμων με διαβήτη, κατέληξαν σε αυτούς τους πέντε τύπους. Έλαβαν υπ όψη την ανάγκη έναρξης ινσουλίνης ή τη διάρκεια χρήσης δισκίων, τη δυσκολία ρύθμισης, αλλά και τα αποτελέσματα εξετάσεων αίματος (αντισώματα, γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη, κρεατινίνη, ηπατικά ένζυμα) και ούρων (αλβουμίνη) και δεικτών αντίστασης στην ινσουλίνη. Έκαναν ακόμα συσχετίσεις με τις διαβητικές επιπλοκές όπως τη νεφροπάθεια (συχνότερη στον τρίτο από τους πέντε τύπους), και την αμφιβληστροειδοπάθεια (συχνότερη στον δεύτερο από τους πέντε νέους τύπους), αλλά και άλλες παθολογικές καταστάσεις, όπως το λιπώδες ήπαρ μη αλκοολικής αιτιολογίας (συχνότερο στον δεύτερο από τους πέντε νέους τύπους). Στην ίδια δημοσίευση περιγράφουν και τη γενετική ανάλυση των ατόμων που εξετάσθηκαν, δηλαδή την εύρεση γενετικών τόπων που σχετίζονται με το διαβήτη και διάφορα σχετικά χαρακτηριστικά και τις συσχετίσεις ορισμένων από αυτούς με τους νέους προτεινόμενους τύπους διαβήτη.

Τονίζουν ακόμα ότι ο δεύτερος και ο τρίτος (νέος) τύπος διαβήτη όπως περιγράφονται πιο πάνω, που μέχρι τώρα ήταν «κρυμμένοι» στην ομπρέλα του διαβήτη τύπου 2, χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή σχετικά με την θεραπεία και την παρακολούθηση των επιπλοκών. Τέλος παραδέχονται ότι δεν μπορούν να αποδώσουν την κατηγοριοποίηση αυτή σε διαφορετικές αιτιολογίες του διαβήτη και ότι δεν έχουν στοιχεία για να προβλέψουν αν κάποιος ασθενής μπορεί να αλλάξει τύπο διαβήτη στην πορεία. Έτσι ελπίζουν σε μελέτες που θα περιλαμβάνουν μεγαλύτερο αριθμό ασθενών και θα εξετάζουν περισσότερους βιολογικούς δείκτες και γονιδιακούς τόπους.

Η δημοσίευση αυτή προκάλεσε διάφορα σχόλια, άλλα επιφυλακτικά και άλλα ενθουσιώδη. Η διάκριση ιδιαίτερων ομάδων που τώρα ανήκουν στο διαβήτη τύπου 2 μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη εξατομίκευση της θεραπείας του διαβήτη, περισσότερο έγκαιρη και εστιασμένη διερεύνηση και περισσότερο αποτελεσματική πρόληψη των επιπλοκών του. Οι περισσότεροι σχολιαστές συμφωνούν ότι η διάκριση είναι χρήσιμη και ενδιαφέρουσα, αλλά ότι χρειάζονται περισσότερες μελέτες (και σε πληθυσμούς άλλων χωρών εκτός της Σκανδιναβίας) για να ορισθούν με περισσότερη σαφήνεια οι υποομάδες και να συνταχθούν οδηγίες.

Νομίζουμε ότι η πολύ ενδιαφέρουσα αυτή μελέτη θα έχει σύντομα συνέχεια με καλές δημοσιεύσεις και από άλλα ερευνητικά κέντρα, καθώς έχει σημαντική κλινική αξία. Άλλωστε όλα σχεδόν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης τόσο τα επιστημονικά όσο και εκείνα με ευρύτατη απήχηση την ανέφεραν και σχολιάστηκε έντονα. Όσοι λοιπόν ασχολούνται με άτομα με διαβήτη είναι καλό να έχουν αυτές τις κατηγορίες στο μυαλό τους και να προσπαθούν να διακρίνουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ασθενών τους, σχετικά με την ινσουλίνη τους, τη ρύθμισή τους, το δείκτη μάζας σώματος και τις επιπλοκές τους. Ίσως έτσι η θεραπεία που προσφέρουν είναι περισσότερο αποτελεσματική και προλάβουν κάποιες επιπλοκές.

 
Βιβλιογραφία: The Lancet Diabetes and Endocrinology Μάρτιος 2018
Φωτογραφία: PracticalCures.com