Πως γίνεται η διάγνωση του σακχαρώδη διαβήτη;

Η γλυκόζη αίματος μετριέται με mg/dl (χιλιοστόγραμμα ανά δεκατόλιτρο ή μιλιγκράμ ανά ντι-ελ ή μιλιγκράμ τοις εκατό). Για τη διάγνωση του σακχαρώδη διαβήτη αξιολογούνται μόνον οι μετρήσεις του εργαστηρίου και όχι του μετρητή γλυκόζης.

Τρία κριτήρια χρησιμοποιούνται που πρέπει να επιβεβαιωθούν και με δεύτερη μέτρηση:

  1. Γλυκόζη νηστείας μεγαλύτερη από 126 mg/dl
  2. Μετά από δοκιμασία ανοχής γλυκόζης με 75 γραμμάρια γλυκόζης, στις δύο ώρες, η γλυκόζη αίματος να είναι μεγαλύτερη από 200 mg/dl
  3. Τυχαία μέτρηση γλυκόζης αίματος άνω του 200 mg/dl σε άτομο με τα χαρακτηριστικά συμπτώματα διαβήτη

Στις ΗΠΑ χρησιμοποιείται και η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (άνω του 6,5%) ως κριτήριο για τη διάγνωση του διαβήτη, αλλά σε εργαστήρια που έχουν έλεγχο πιστοποίησης. Στην Ελλάδα η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη δεν αποτελεί κριτήριο για τη διάγνωση του διαβήτη.

Τι είναι η δοκιμασία ανοχής γλυκόζης;

Είναι μια εξέταση για τη διάγνωση του σακχαρώδη διαβήτη. Γίνεται με λήψη από το στόμα διαλύματος 75 γραμμαρίων γλυκόζης σε ένα ποτήρι νερό – περίπου 200 ml (χιλιοστά του λίτρου ή εμ-ελ ή μιλιλίτρ) και η μέτρηση γλυκόζης στο φλεβικό αίμα πριν από τη λήψη και δύο ώρες μετά. Η ζυγισμένη σκόνη γλυκόζης πρέπει να διαλύεται αμέσως πριν από την εξέταση στο νερό και με προσοχή (γιατί μπορεί να σχηματίσει σβώλους). Γλυκόζη σε έτοιμο πυκνό διάλυμα σε διάφορες γεύσεις, που μπορεί να κυκλοφορεί στην αγορά, δεν γίνεται δεκτή. Ο εξεταζόμενος περιμένει ήρεμος στο χώρο του εργαστηρίου μέχρι την επόμενη αιμοληψία, δεν λαμβάνει άλλη τροφή, δεν επιτρέπεται να καπνίσει, ούτε να υποβληθεί σε κάποιο σωματικό ή ψυχικό στρες. Κατά τις τρεις ημέρες που προηγούνται ο ασθενής πρέπει να λαμβάνει σχετικά αυξημένες ποσότητες υδατανθράκων, γιατί η αποχή από τους υδατάνθρακες μπορεί να δώσει λανθασμένα αποτελέσματα. Μερικές φορές ζητείται και ενδιάμεση μέτρηση (στη μία ώρα), είτε ζητείται παράλληλα μέτρηση και άλλων ουσιών στο αίμα (όπως ινσουλίνης).

Αν στις δύο ώρες βρεθεί γλυκόζη άνω του 200 mg/dl προκύπτει η διάγνωση του διαβήτη, αφ’ όσον επιβεβαιωθεί με ένα άλλο κριτήριο, ή με επανάληψη της δοκιμασίας. Τιμές γλυκόζης κάτω του 140 mg/dl είναι φυσιολογικές. Τιμές γλυκόζης μεταξύ 140 και 200 mg/dl χαρακτηρίζονται ως «παθολογική ανοχή στη γλυκόζη» ή προδιαβήτης.

Η δοκιμασία ανοχής γλυκόζης δεν έχει ανεπιθύμητες ενέργειες (παρενέργειες) και μπορεί μόνον να προκαλέσει ναυτία από την λήψη της γλυκόζης. Αν προκύψει παθολογική ανοχή στη γλυκόζη πρέπει να επαναληφθεί αργότερα, ανάλογα με τη σύσταση του ιατρού. Δεν χρειάζεται να γίνεται δοκιμασία ανοχής γλυκόζης εφόσον υπάρχει διάγνωση του διαβήτη.

Σε τι διαφέρει ο τύπος 1 διαβήτη από τον τύπο 2;

Ο διαβήτης τύπου 1 χαρακτηρίζεται από πλήρη έλλειψη παραγωγής ινσουλίνης από το πάγκρεας του ασθενούς. Αυτό γίνεται διότι τα κύτταρα του παγκρέατος που παράγουν ινσουλίνη έχουν καταστραφεί με «ανοσολογικό μηχανισμό» δηλαδή μέσω ουσιών που παράγει το σώμα των ασθενών και στρέφονται εναντίον κυττάρων του ίδιου του οργανισμού (αντισώματα). Συνήθως αφορά νέα άτομα (παιδιά, εφήβους, νέους ενήλικες) και παλαιότερα ονομαζόταν νεανικός διαβήτης, αλλά μπορεί να εμφανιστεί σε κάθε ηλικία, οπότε η ονομασία νεανικός διαβήτης καταργήθηκε. Εκδηλώνεται με τα τυπικά συμπτώματα είτε με διαβητική κετοξέωση,  μια βαριά και επικίνδυνη κατάσταση για τη ζωή του ασθενούς, που μπορεί να οδηγήσει σε κώμα αν δεν αντιμετωπιστεί με χορήγηση ορού και ινσουλίνης από τη φλέβα. Για την επιβεβαίωση της διάγνωσης του διαβήτη τύπου 1 μπορεί να χρειαστεί μέτρηση αντισωμάτων στο αίμα του ασθενούς ή και μέτρηση ινσουλίνης.

Για το διαβήτη τύπου 1 το μόνο φάρμακο που μπορεί να ρυθμίσει το σάκχαρο είναι η ινσουλίνη, που χορηγείται με ένεση στο δέρμα (υποδόρια ένεση) και μάλιστα σε 3 ή 4 ενέσεις, μία για το σάκχαρο νηστείας και από μία για κάθε γεύμα. Αυτό λέγεται εντατικό σχήμα ινσουλίνης και απαιτεί 3 ή τέσσερεις μετρήσεις την ημέρα και λήψη ινσουλίνης ανάλογα με τις μετρήσεις, την ποσότητα τροφής και τη σωματική δραστηριότητα. Η ινσουλίνη στο διαβήτη τύπου 1 χορηγείται αμέσως μόλις διαγνωστεί ο διαβήτης, αφού ο ασθενής με διαβήτη τύπου 1 κινδυνεύει από κετοξέωση. Με τα σημερινά δεδομένα η χορήγηση ινσουλίνης από το δέρμα (με ένεση ή με αντλία ινσουλίνης) δίδεται δια βίου. Ο διαβήτης τύπου 1 είναι περίπου το 10% των περιπτώσεων διαβήτη.

Ο διαβήτης τύπου 2 αφορά συνήθως άτομα μεγαλύτερης ηλικίας και συχνά παχύσαρκα, που χαρακτηρίζονται από «αντίσταση στην ινσουλίνη» και μπορεί αρχικά να έχουν σημαντική παραγωγή ινσουλίνης, αργότερα όμως έχουν μικρότερη. Παλαιότερα ονομαζόταν διαβήτης των ενηλίκων, αλλά μπορεί να εμφανιστεί σε κάθε ηλικία, ακόμα και σε παιδιά, αν και σπάνια, οπότε η ονομασία διαβήτης των ενηλίκων καταργήθηκε. Ο διαβήτης τύπου 2 μπορεί να εκδηλωθεί με τα τυπικά συμπτώματα σε έντονο η λιγότερο έντονο βαθμό, είτε να μην υπάρχουν συμπτώματα για χρόνια και η διάγνωση να γίνει τυχαία ή με αφορμή μια νοσηλεία ή όταν εκδηλωθεί κάποια διαβητική επιπλοκή. Για τη θεραπεία του διαβήτη τύπου 2, εκτός από την αλλαγή στον τρόπο ζωής (δίαιτα και άσκηση) αρχίζουμε με τη χορήγηση του φαρμάκου μετφορμίνη, που ελαττώνει την αντίσταση στην ινσουλίνη. Αν ο ασθενής δεν φθάσει τους στόχους (γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης, με καλές τιμές σακχάρου κατά τις μετρήσεις πριν και μετά τα γεύματα), τότε προσθέτουμε και δεύτερο ή και τρίτο φάρμακο, που λειτουργεί με διαφορετικό τρόπο, ή ινσουλίνη ή τελικά χρησιμοποιούμε το εντατικό σχήμα ινσουλίνης, όπως στο διαβήτη τύπου 1. Ο διαβήτης τύπου 2 είναι περίπου το 90% των περιπτώσεων διαβήτη.

Και οι δύο τύποι διαβήτη έχουν κληρονομικότητα, αλλά ο διαβήτης τύπου 2 πολύ μεγαλύτερη από το διαβήτη τύπου 1.

Τι είναι ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1;

Ο διαβήτης τύπου 1 είναι μια πάθηση που οφείλεται στην καταστροφή των κυττάρων του παγκρέατος που παράγουν ινσουλίνη (ονομάζονται βήτα κύτταρα). Η ινσουλίνη είναι η υπεύθυνη ορμόνη για να εισέρχεται η γλυκόζη (το σάκχαρο) από το αίμα στα κύτταρα. Έλλειψη ινσουλίνης έχει ως συνέπεια την παραμονή της γλυκόζης στο αίμα. Ο διαβήτης τύπου 1 αντιμετωπίζεται μόνο με ενέσεις ινσουλίνης.

Τι προκαλεί το σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1;

Το ίδιο το σώμα του ατόμου με σακχαρώδη διαβήτη παράγει ουσίες που καταστρέφουν τα κύτταρα που παράγουν ινσουλίνη. Αυτό γίνεται πιθανόν γιατί το αμυντικό σύστημα του πάσχοντος δημιουργεί ουσίες (αντισώματα) εναντίον κάποιου ιού, και τα αντισώματα αυτά καταστρέφουν τα β κύτταρα του παγκρέατος. Αυτή η παθολογική κατάσταση ονομάζεται αυτοανοσία και τα αντισώματα που στρέφονται κατά των κυττάρων του ίδιου του ατόμου που τα παράγει ονομάζονται αυτοαντισώματα, τα οποία μπορεί να ανιχνευθούν στο αίμα. Ο διαβήτης τύπου 1 είναι αυτοάνοσο νόσημα. Πολλά ερωτήματα παραμένουν ακόμη χωρίς απάντηση σχετικά με τα αίτια των αυτοάνοσων νοσημάτων. Άλλοι παράγοντες, όπως το γάλα της αγελάδας και διάφορες τοξίνες, έχουν επίσης κατηγορηθεί.

Πως αποδεικνύεται ότι κάποιος πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1;

Μια εξέταση αίματος για αυτοαντισώματα μπορεί να αποδείξει ότι ένα άτομο με διαβήτη έχει πράγματι σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1. Τα αυτοαντισώματα μπορεί να υπάρχουν  πριν εκδηλωθεί ο διαβήτης και για ένα χρονικό διάστημα μετά και να εξαφανισθούν αργότερα. Άλλα άτομα (συνήθως συγγενείς ατόμων με διαβήτη) χωρίς διαβήτη μπορεί να έχουν επίσης όμοια αυτοαντισώματα στο αίμα τους, και να μην εμφανίσουν ποτέ διαβήτη.

Μπορεί ακόμα να γίνει εξέταση αίματος για την παρουσία ινσουλίνης στο αίμα του ασθενούς, όπως και για μια ουσία που ονομάζεται C-πεπτίδιο και παράγεται μαζί με την ινσουλίνη από τα β-κύτταρα. Αν η ινσουλίνη ή το C-πεπτίδιο βρίσκονται σε πολύ μικρά ποσά στο αίμα του εξεταζομένου, τότε υπάρχει ισχυρή ένδειξη ότι το άτομο αυτό έχει διαβήτη τύπου 1. Η απόδειξη όμως είναι η παρουσία των ειδικών αυτοαντισωμάτων.

Κληρονομείται ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1;

Υπάρχει κληρονομικότητα στο διαβήτη τύπου 1, αλλά δεν είναι μεγάλη. Αν πάσχει ο πατέρας από διαβήτη τύπου 1 η πιθανότητα να εμφανίσει το παιδί διαβήτη τύπου 1 είναι περίπου 6%, και άν πάσχει η μητέρα η πιθανότητα είναι 3%, ενώ αν πάσχουν και οι δύο γονείς, είναι 30%. Αν ένας μονοζυγωτικός δίδυμος έχει διαβήτη τύπου 1, ο όμοιος δίδυμός του θα εμφανίσει επίσης διαβήτη τύπου 1 σε ποσοστό 50% μέχρι να γίνει σαράντα ετών.

Ποιά είναι τα συμπτώματα του διαβήτη τύπου 1;

Ο διαβήτης τύπου 1 εκδηλώνεται στα παιδιά συνήθως με πολλά ούρα, νυκτερινή ούρηση, δίψα και αφυδάτωση και απώλεια βάρους η οποία δεν μπορεί να εξηγηθεί, αφού δεν προηγείται δίαιτα. Το άρρωστο παιδί δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τη γλυκόζη για την ενέργεια που χρειάζεται το σώμα του και είναι κουρασμένο. Το σώμα χρησιμοποιεί εναλλακτικά το λίπος για παραγωγή ενέργειας. Από το λίπος παράγονται κετόνες (οξόνη). Οι κετόνες και η αφυδάτωση μπορεί να προκαλέσουν μια σοβαρή επιπλοκή, την διαβητική κετοξέωση. Αν η διαβητική κετοξέωση δεν αντιμετωπισθεί εγκαίρως με ορούς και ινσουλίνη, μπορεί να προκαλέσει μεγάλη αδυναμία, εμέτους και πόνο στην κοιλιά, διαταραχές της συνείδησης και κώμα.