Γνωρίζουμε ότι ένα μικρό μόλις ποσοστό των περιστατικών άνοιας είναι κληρονομικά. Η αιτία της μεγάλης πλειοψηφίας είναι ακόμα άγνωστη. Μία έρευνα που δημοσιεύτηκε σήμερα στο Nature Communications, ωστόσο, δείχνει ότι τα περισσότερα περιστατικά άνοιας αποδίδονται σε αυθόρμητες μεταλλάξες που γίνονται κατά την αντιγραφή και τον πολλαπλασιασμό του DNA των κυττάρων.

Το εύρημα αυτό δείχνει ουσιαστικά ότι στους περισσότερους ασθενείς με νευροεκφυλιστικές νόσους, όπως η νόσος Alzheimer και η νόσος Parkinson, η πάθησή τους αποδίδεται σε λάθη που έγιναν την εποχή που ήταν ακόμα έμβρυα στη μήτρα της μητέρας τους.

Στις πλέον κοινές νευροεκφυλιστικές νόσους, υπάρχει συσσώρευση τοξικών πρωτεϊνών στον εγκέφαλο. Οι πρωτεΐνες αυτές καταστρέφουν τα εγκεφαλικά κύτταρα και προκαλούν βλάβες στις διάφορες περιοχές του εγκεφάλου, γεγονός που οδηγεί σε αλλαγές της συμπεριφοράς και απώλεια μνήμης. Μόλις το 1/20 των ασθενών έχει θετικό οικογενειακό ιστορικό, κατά το οποίο ο ένας ή και οι 2 γονείς φέρουν γενετικούς παράγοντες που ενοχοποιούνται για τις παραπάνω νόσους. Η αιτιολογία των περισσοτέρων περιστατικών άνοιας (πάθηση η οποία επηρεάζει μέχρι και 1 στα 10 άτομα σήμερα) παρέμεινε ακόμα άγνωστη.

Μία ομάδα ερευνητών με επικεφαλής τον καθηγητή Πάτρικ Σίννερι από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ θεώρησε ότι ορισμένες ομάδες εγκεφαλικών κυττάρων περιέχουν αυθόρμητα γενετικά λάθη τα οποία οδηγούν στην παραγωγή παθολογικών πρωτεϊνών. Οι τελευταίες έχουν τη δυνατότητα να εξαπλώνονται στον εγκέφαλο, γεγονός που οδηγεί στην εμφάνιση των νευροεκφυλιστικών νόσων.

«Καθώς ο παγκόσμιος πληθυσμός γερνά, παρατηρούμε ότι τα ποσοστά των παθήσεων όπως η νόσος Alzheimer παρουσιάζουν αύξηση, ωστόσο δεν γνωρίζουμε αρκετά για την πλειοψηφία των παραπάνω περιστατικών», είπε ο Σίννερι. «Γιατί οι παραπάνω παθήσεις εμφανίζονται σε ορισμένα άτομα και όχι σε άλλα; Γνωρίζουμε ότι η κληρονομικότητα παίζει κάποιο ρόλο, όμως γιατί κάποια άτομα χωρίς οικογενειακό ιστορικό εμφανίζουν τις νόσους;».

Για νε εξετάσουν τη θεωρία τους, οι ερευνητές ανέλυσαν 173 δείγματα ιστών από το Newcastle Brain Tissue Resource. Τα δείγματα αυτά είχαν προέλθει από 54 εγκεφάλους. Οι 14 από αυτούς ανήκαν σε υγιή άτομα, οι 20 σε ασθενείς με νόσο Alzheimer και οι άλλοι 20 σε ασθενείς με άνοια με σωμάτια Lewy.

Η ομάδα ερευνητών χρησιμοποίησε μία νέα τεχνική που τους επιτρέπει να εξετάσουν την αλληλουχία περισσοτέρων από 102 γονίδια των εγκεφαλικών κυττάρων για περισσότερες από 5000 φορές. Αυτά περιελάμβαναν γονίδια που είναι γνωστό ότι προκαλούν ή προδιαθέτουν για ορισμένες κοινές νευροεκφυλιστικές νόσους. Οι ερευνητές διαπίστωσαν «σωματικές μεταλλάξεις» (δηλαδή αυθόρμητα και όχι κληρονομικά λάθη στο DNA) στους 27 από τους 54 εγκεφάλους.

Συνολικά, τα ευρήματα αυτά δείχνουν ότι οι μεταλλάξεις είχαν γίνει κατά τη φάση της ανάπτυξης, δηλαδή κατά την περίοδο που το έμβρυο βρίσκεται ακόμα στη μήτρα.

Συνδυάζοντας τα αποτελέσματά τους με μαθηματικές αναλύσεις, οι ερευνητές συμπέραναν ότι οι «ομάδες» των εγκεφαλικών κυττάρων που περιέχουν τις σημαντικές αυτές μεταλλάξεις θα πρέπει να είναι κοινές στο γενικό πληθυσμό.

«Τα λάθη αυτά εμφανίζονται στο DNA με τη διαίρεση και τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων. Μπορούν να αποτελέσουν εξήγηση για το μεγάλο αριθμό των ατόμων που παρουσιάζουν άνοια χωρίς να έχουν οικογενειακό ιστορικό», είπε ο Σίννερι. «Οι μεταλλάξεις αυτές ξεκινούν όταν ο εγκέφαλός μας αναπτύσσεται μέσα στη μήτρα, δηλαδή περιμένουν για αρκετά χρόνια μέχρι να αρχίσουν να προκαλούν βλάβες».

«Η ανακάλυψή μας μπορεί επίσης να εξηγήσει γιατί ένα περιστατικό νόσου Alzheimer δεν είναι ίδιο με ένα περιστατικό νόσου Parkinson. Τα λάθη στο DNA σε διαφορετικές ομάδες εγκεφαλικών κυττάρων εκδηλώνουν διαφορετικά συμπτώματα».

Ο Σίννερι είπε επίσης ότι χρειάζονται περισσότερες έρευνες για να επιβεβαιωθεί αν οι μεταλλάξεις αυτές είναι πιο συχνές στους ασθενείς με άνοια. Αν και είναι ακόμα πολύ νωρίς για να πούμε με βεβαιότητα ότι η έρευνα θα βοηθήσει στη διάγνωση και τη θεραπεία των νευροεκφυλιτικών αυτών νόσων, ουσιασικά επιβεβαιώνει την προσέγγιση των φαρμακευτικών εταιριών που αναζητούν τις γενετικές βάσεις γι’αυτές.

Το ερώτημα παραμένει αν οι θεραπείες αυτές θα είναι αποτελεσματικές για τον κοινό τύπο της άνοιας που δεν αποδίδεται σε οικογενειακό ιστορικό. «Τα δεδομένα μας δείχνουν ότι οι ίδιοι γενετικοί μηχανισμοί μπορεί να ευθύνονται για τις μη κληρονομικές μορφές των νόσων αυτών, επομένως οι ασθενείς μπορεί να έχουν οφέλη για τα φάρμακα που θα στοχεύουν τις κληρονομικές μορφές», κατέληξε ο Σίννερι.

Βιβλιογραφία: University of Cambridge