Τα επίπεδα των αντιφωσφολιπιδικών αντισωμάτων, τα οποία τυπικά σχετίζονται με τις ρευματικές νόσους, είναι επίσης ανεβασμένα στους ασθενείς με έμφραγμα του μυοκαρδίου χωρίς ωστόσο να υπάρχει κάποιο συνοδό αυτοάνοσο νόσημα, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας νέας έρευνας.

Η έρευνα προέρχεται από το Karolinska Institutet της Σουηδίας και δημοσιεύτηκε στο The Annals of Internal Medicine.

Τα αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα (aPL) είναι μία ομάδα αντισωμάτων που στοχεύουν ενδογενείς ιστούς, μεταξύ των οποίων το λιπώδες μόριο καρδιολιπίνη και η β2 γλυκοπρωτεΐνη-Ι, μία πρωτεΐνη του πλάσματος. Η καρδιολιπίνη βρίσκεται στη μεμβράνη των αιμοφόρων αγγείων και των αιμοπεταλίων, ενώ η β2 γλυκοπρωτεΐνη-Ι βρίσκεται στο αίμα και πιστεύεται ότι βοηθά τον οργανισμό να απαλλαχθεί από τα νεκρά κύτταρα.

Τα αντισώματα αυτά είναι αρκετά κοινά στις ρευματικές νόσους, όπως ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος και αυξάνουν τον κίνδυνο αιματικών θρόμβων. Το αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο (APS) είναι μία αυτοάνοση νόσος που χαρακτηρίζεται από υποτροπιάζοντα επεισόδια αιματικών θρόμβων ή/και διαταρχές της κύησης σε συνδυασμό με χρόνια ανεβασμένα επίπεδα αντιφωσφολιπιδικών αντισωμάτων.

Είναι άγνωστο αν τα αντισώματα αυτά είναι κοινά στους ασθενείς με έμφραγμα του μυοκαρδίου οι οποίοι δεν πάσχουν από κάποιο αυτοάνοσο νόσημα. Οι έρευνες που είχαν εξετάσει το παραπάνω στο παρελθόν, ήταν γενικά μικρής κλίμακας και η εκτίμηση των αντισωμάτων είχε γίνει με μη ακριβείς μεθόδους.

«Εδώ και αρκετό καιρό πιστεύω ότι τα αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα είναι συχνότερα απ’ όσο νομίζουμε και καταφέραμε να αναλύσουμε την παρουσία τους σε ένα μεγάλο δείγμα ασθενών», είπε η Ελίζαμπετ Σβένουνγκσον, καθηγήτρια ρευματολογίας από το Karolinska Institutet.

Στην έρευνα έλαβαν μέρος 800 ασθενείς από 17 νοσοκομεία της Σουηδίας με ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου και μία ομάδα ελέγχου ίσου μεγέθους. 6-10 εβδομάδες μετά το έμφραγμα του μυοκαρδίου λήφθηκε δείγμα αίματος από τους εθελοντές και αναλύθηκε για 3 διαφορετικά είδη αντιφωσφολιπιδικών αντισωμάτων: την ανοσοσφαιρίνη G (IgG), την ανοσοσφαιρίνη M (IgM) και την ανοσοσφαιρίνη A (IgA). Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι το 11% των ασθενών είχε αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα τόσο για την καρδιολιπίνη όσο και για την β2 γλυκοπρωτεΐνη-Ι, ποσοστό περίπου 10 φορές μεγαλύτερο από αυτό της ομάδας ελέγχου.

«Το ποσοστό των ασθενών με αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα ήταν ιδιαίτερα υψηλό. Το ίδιο ισχύει και για τα επίπεδα των αντισωμάτων που ήταν αρκετά αυξημένα», είπε η Σβένουνγκσον.

Πρέπει να σημειωθεί ωστόσο, ότι η αύξηση παρατηρήθηκε μόνο στα IgG αντισώματα, δηλαδή το είδος που σχετίζεται περισσότερο με τους αιματικούς θρόμβους.

Η μέτρηση έγινε μόνο μία φορά για κάθε εθελοντή, επομένως είναι δυνατό να αντιπροσωπεύει μία προσωρινή αντίδραση στο έμφραγμα. Ωστόσο, αν διαπιστωθεί ότι τα επίπεδα των αντιφωσφολιπιδικών αντισωμάτων παραμένουν υψηλά για άλλους τρεις μήνες, θα μπορεί να τεθεί η διάγνωση του αντιφωσφολιπιδικού συνδρόμου.

«Στην παραπάνω περίπτωση, σύμφωνα με τις οδηγίες, θα πρέπει να χορηγηθεί το αντιπηκτικό βαρφαρίνη εφ’όρου ζωής στους παραπάνω ασθενείς. Η βαρφαρίνη μειώνει την πιθανότητα εμφάνισης θρόμβων στο μέλλον», είπε η Σβένουνγκσον. «Θα αλλάξουν έτσι, οι οδηγίες για τη διερεύνηση και θεραπεία των καρδιακών επεισόδιων».

Βιβλιογραφία: Karolinska Institutet