Η οροαρνητική ρευματοειδής αρθρίτιδα είναι ένα από τα δύο είδη ρευματοειδούς αρθρίτιδας, μίας αυτοάνοσης νόσου που προκαλεί άλγος, οίδημα και δυσκαμψία στις αρθρώσεις.

Είναι λιγότερο κοινή από την οροθετική ρευματοειδή αρθρίτιδα και το κύριο χαρακτηριστικό της είναι ότι δεν φέρει τους ίδιους δείκτες που τυπικά χαρακτηρίζουν τη νόσο. Οι δείκτες αυτοί οι οποίοι μπορούν να ανιχνευθούν στο αίμα είναι τα αντισώματα έναντι του κυκλικού κιτρουλλινιωμένου πεπτιδίου (αντι-CCP) και ο ρευματοειδής παράγοντας.

Τι είναι ο ρευματοειδής παράγοντας;

Ο ρευματοειδής παράγοντας είναι μία πρωτεΐνη που παράγεται από το ανοσοποιητικό σύστημα και στοχεύει υγιείς ιστούς του οργανισμού. Καθώς τα υγιή άτομα δεν παράγουν φυσιολογικά το ρευματοειδή παράγοντα, η παρουσία της πρωτεΐνης αυτής στο αίμα είναι συχνά ενδεικτική κάποιας αυτοάνοσης νόσου.

Εκτός της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, άλλες καταστάσεις που σχετίζονται με παρουσία ρευματοειδούς παράγοντα περιλαμβάνουν:

Ορισμένα άτομα χωρίς κάποια πάθηση μπορει επίσης να παρουσιάσουν μικρές ποσότητες του ρευματοειδή παράγοντα, κάτι που ωστόσο συμβαίνει εξαιρετικά σπάνια. Τα αίτια του παραπάνω φαινόμενου είναι ακόμα άγνωστα.

Ο γιατρός μπορεί να ζητήσει εξετάσεις αίματος για να διαπιστώσει την παρουσία του ρευματοειδή παράγοντα σε περίπτωση που ο ασθενής παρουσιάζει ένα από τα παρακάτω συμπτώματα:

  • Δυσκαμψία στις αρθρώσεις
  • Αρθραλγία το πρωί
  • Υποδόριους όζους
  • Απώλεια χόνδρου
  • Οίδημα και θερμότητα στις αρθρώσεις

Συμπτώματα

Τα συμπτώματα της οροαρνητικής ρευματοειδούς αρθρίτιδας περιλαμβάνουν συνήθως άλγος, ευαισθησία, οίδημα και ερυθρότητα σε πολλαπλές αρθρώσεις. Τα συμπτώματα πρέπει επίσης να είναι αμφοτερόπλευρα, να εμφανίζονται δηλαδή τόσο στη δεξιά όσο και στην αριστερή πλευρά του σώματος.

Άλλα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν πρωινή δυσκαμψία που διαρκεί για περισσότερο από 30 λεπτά, αίσθημα κόπωσης και ερυθρότητα των οφθαλμών.

Ορισμένοι επιστήμονες πιστεύουν ότι οι ασθενείς με οροθετική ρευματοειδή αρθρίτιδα παρουσιάζουν σοβαρότερα συμπτώματα σε σχέση με τους ασθενείς με οροαρνητική. Ωστόσο, ορισμένες έρευνες έχουν παρατηρήσει ότι υπάρχει μικρή διαφορά στις δύο νόσους ανάλογα με τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων.

Εξετάσεις και Διάγνωση

Αν και εξετάσεις αίματος μπορούν να διαπιστώσουν την παρουσία ρευματοειδούς παράγοντα στο αίμα του ασθενούς, η οροαρνητική ρευματοειδής αρθρίτιδα έχει γενικά δύσκολη διάγνωση. Αυτό συμβαίνει γιατί δεν υπάρχουν ειδικά αντισώματα για τη νόσο αντίστοιχα με αυτά τηε οροθετικής ρευματοειδούς αρθρίτιδας.

Ωστόσο, αν κάποιος παρουσιάσει συμπτώματα που σχετίζονται με τη ρευματοειδή αρθρίτιδα, όπως αμφορετόπλευρη αρθραλγία και φλεγμονή σε πολλαπλές αρθρώσεις, ο γιατρός μπορεί να ζητήσει ακτινογραφία. Η τελευταία, μπορεί να απεικονίσει τη φθορά και τις βλάβες στα οστά και το χόνδρο τα οποία αποτελούν τυπικά συμπτώματα της ρευματοειδούς αρθρίτιδας.

Ποιες άλλες παθήσεις σχετίζονται με την οροαρνητική ρευματοειδή αρθρίτιδα;

Οι ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο άλλων χρονίων παθήσεων. Παραδείγματα των παθήσεων αυτών είναι το σύνδρομο Sjogren, η ψωρίαση, το σύνδρομο Felty, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος και η αναιμία.

Θεραπεία

Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) μπορεί να χρησιμοποιηθούν για τη θεραπεία των συμπτωμάτων της οροαρνητικής ρευματοειδούς αρθρίτιδας κατά τις εξάρσεις της, χωρίς ωστόσο να επηρεάζεται η πορεία της νόσου. Τα τροποποιητικά της νόσου αντιρευματικά φάρμακα (DMARDs), όπως η μεθοτρεξάτη, είναι φάρμακα που χορηγούνται συχνά. Συχνά χορηγούνται επίσης στεροειδή για να περιοριστεί η φλεγμονή.

Τα DMARDs μειώνουν τη δράση του ανοσοποητικού συστήματος και βοηθούν στη διατήρηση της υγείας των αρθρώσεων περιορίζοντας τη φλεγμονή που καταστρέφει τους ιστούς των αρθρώσεων σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα.

Πριν τη συνταγογράφηση των DMARDs, ο γιατρός θα ζητήσει μία ακτινογραφία και εξετάσεις αίματος έτσι ώστε να μπορεί να παρακολουθήσει τόσο την πορεία της νόσου, όσο και την εμφάνιση ανεπιθυμήτων ενεργειών.

Συνήθως χρειάζονται μερικοί μήνες μέχρι να γίνουν αντιληπτές οι επιδράσεις των DMARDs. Εν τω μεταξύ, ο γιατρός μπορεί να χορηγήσει ΜΣΑΦ ή κορτικοστεροειδή για να αντιμετωπίσει το άλγος και τη φλεγμονή.

Αν τα DMARDs δεν είναι αποτελεσματικά, ο γιατρός μπορεί να χορηγήσει φάρμακα που επηρεάζουν το ανοσοποιητικό σύστημα με άλλους τρόπους. Ένα παράδειγμα είναι η ριτουξιμάμπη, η οποία λειτουργεί ειδικά στα Β κύτταρα, ένα από τα πολλά τμήματα του ανοσοποιητικού συστήματος.

Τι επίδραση έχει η διατροφή;

Σύμφωνα με το Arthritis Foundation, ορισμένα τρόφιμα μπορεί να βοηθήσουν στην διαχείριση των συμπτωμάτων της ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Ωστόσο, η έναρξη κάποιας ειδικής διατροφής πρέπει πάντοτε να γίνεται μετά από συνεννόηση με τον γιατρό.

Η καλύτερη διατροφή για έναν ασθενή με ρευματοειδή αρθρίτιδα πρέπει να περιλαμβάνει πολλά φυτικά τρόφιμα. Σχεδόν τα 2/3 της διατροφής πρέπει να περιλαμβάνουν φρούτα, λαχανικά και τρόφιμα ολικής αλέσεως τα οποία πιστεύουμε σήμερα ότι όλα έχουν αντιφλεγμονώδη δράση. Το υπόλοιπο 1/3 πρέπει να αποτελείται από γαλακτοκομικά προϊόντα και πρωτεϊνικά τρόφιμα με χαμηλά λιπαρά.

Οι αντιφλεγμονώδεις δράσεις των ωμέγα-3 λιπαρών οξέων φαίνεται ότι επίσης βοηθούν στην ανακούφιση από το άλγος και τη δυσκαμψία στις ευαίσθητες αρθρώσεις. Ως αποτέλεσμα, τα ψάρια, όπως ο σολομός και ο τόνος πρέπει να αποτελούν μέρος της διατροφής.

Οι ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα πρέπει να αποφεύγουν τα ωμέγα-6 λιπαρά οξέα από το καλαμπόκι και τον ηλιόσπορο καθώς μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο αρθρικής φλεγμονής και παχυσαρκίας. Άλλα τρόφιμα που πρέπει να αποφεύγονται είναι τα επεξεργασμένα κρέατα και τα τηγανητά.

Η Μεσογειακή δίαιτα είναι ένα καλό παράδειγμα δίαιτας που πληροί όλους τους παραπάνω παράγοντες.