Η σημαντική μείωση της μεθειονίνης στη διατροφή μπορεί να καθυστερήσει την εμφάνιση ή να επιβραδύνει την πορεία αρκετών φλεγμονωδών ή αυτοάνοσων νοσημάτων, μεταξύ των οποίων και η πολλαπλή σκλήρυνση, σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο.

Στο παραπάνω συμπέρασμα κατέληξε μία έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Cell Metabolism.

Αν και αρκετά κύτταρα του οργανισμού παράγουν μεθειονίνη, τα ανοσιακά κύτταρα που ανταποκρίνονται στα διάφορα παθογόνα δεν έχουν αυτή την ικανότητα. Κατά συνέπεια, η μεθειονίνη που χρησιμοποιούν τα εξειδικευμένα αυτά κύτταρα, δηλαδή τα Τ λεμφοκύτταρα, πρέπει να λαμβάνεται από τη διατροφή. Η μεθειονίνη βρίσκεται σε διάφορα τρόφιμα, ωστόσο αυτά με την υψηλότερη περιεκτικότητα είναι τα ζωικά τρόφιμα, όπως το κρέας και τα αυγά.

«Η μεθειονίνη είναι απαραίτητη για την υγεία του ανοσοποιητικού συστήματος. Τα αποτελέσματα της έρευνάς μας δείχνουν ότι, στους ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο για φλεγμονώδη και αυτοάνοσα νοσήματα, όπως η πολλαπλή σκλήρυνση, ο περιορισμός της μεθειονίνης από τη διατροφή μπορεί να περιορίσει τη δράση των ανοσιακών κυττάρων που ευθύνονται για τα συμπτώματα, οδηγώντας σε καλύτερη πρόγνωση», υποστήριξε ο Russel Jones, PhD, επικεφαλής της έρευνας από το Van Andel Institute. «Οι παρατηρήσεις μας δείχνουν ότι οι αλλαγές στη διατροφή μπορεί να έχουν χρησιμότητα για την αντιμετώπιση των παραπάνω παθήσεων στο μέλλον».

Τα αυτοάνοσα νοσήματα εμφανίζονται όταν το ανοσοποιητικό σύστημα στοχεύει και καταστρέφει υγιείς ιστούς. Στην πολλαπλή σκλήρυνση, για παράδειγμα, το ανοσοποιητικό σύστημα καταστρέφει την επικάλυψη μυελίνης στα νεύρα του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού. Οι βλάβες αυτές εμποδίζουν τη μετάδοση σημάτων από και προς τον εγκέφαλο με αποτέλεσμα να εμφανίζονται προοδευτικώς επιδεινούμενα συμπτώματα που περιλαμβάνουν μούδιασμα, μυϊκή αδυναμία, διαταραχές του συγχρονισμού και της ισορροπίας, καθώς και έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών. Σήμερα δεν υπάρχουν θεραπείες που μπορούν να ανακόψουν ή να επιβραδύνουν την πορεία της πολλαπλής σκλήρυνσης χωρίς να αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο λοιμώξεων ή καρκίνου.

«Τα αίτια της πολλαπλής σκλήρυνσης δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως σήμερα. Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν ορισμένα γονίδια που αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου, ωστόσο σίγουρα ενοχοποιούνται και ορισμένοι περιβαλλοντικοί παράγοντες», είπε η Catherine Larochelle, MD, PhD, μία επιστήμονας από το Πανεπιστήμιο του Μοντρεάλ που έλαβε μέρος στην έρευνα. «Το γεγονός ότι διάφοροι μεταβολικοί παράγοντες όπως η παχυσαρκία μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης πολλαπλής σκλήρυνσης, δείχνει ότι οι παρεμβάσεις στη διατροφή για τον περιορισμό της δράσης του ανοσοποιητικού συστήματος είναι μία προσέγγιση που έχει βάση».

Κατά τη διάρκεια μίας ανοσιακής απόκρισης, τα Τ λεμφοκύτταρα συρρέουν στην περιοχή που επηρεάζεται με σκοπό να βοηθήσουν τον οργανισμό να αντιμετωπίσει τα παθογόνα. Ο Jones, η Larochelle και οι ομάδες τους παρατήρησαν ότι η μεθειονίνη από τη διατροφή ενισχύει τη διαδικασία αυτή «επαναπρογραμματίζοντας» τα Τ λεμφοκύτταρα, επιτρέποντάς τους έτσι να ανταποκρίνονται ταχύτερα στις απειλές μέσω διαφοροποίησης σε πιο ειδικούς υποτύπους. Ορισμένα από αυτά τα Τ λεμφοκύτταρα προκαλούν φλεγμονή, η οποία αποτελεί φυσιολογικό κομμάτι της ανοσιακής απόκρισης αλλά μπορεί να προκαλέσει βλάβες αν παραμείνει για μεγάλη χρονική διάρκεια, όπως για παράδειγμα αυτές που παρατηρούνται στην πολλαπλή σκλήρυνση.

Οι επιστήμονες διαπίστωσαν επίσης ότι ο σημαντικός περιορισμός της μεθειονίνης στη διατροφή πειραματοζώων με πολλαπλή σκλήρυνση επηρεάζει τον επαναπρογραμματισμό των Τ λεμφοκυττάρων, περιορίζοντας έτσι την ικανότητά τους να προκαλούν φλεγμονή στον εγκέφαλο και το νωτιαίο μυελό. Ως αποτέλεσμα καθυστέρησε η εμφάνιση της νόσου και επιβραδύνθηκε η πορεία της.

«Περιορίζοντας τη μεθειονίνη στη διατροφή, ουσιαστικά αφαιρούμε το καύσιμο για την παθολογική φλεγμονώδη απόκριση χωρίς να επηρεάζουμε το υπόλοιπο ανοσοποιητικό σύστημα», είπε ο Jones.

Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι οι παρατηρήσεις τους πρέπει να επιβεβαιωθούν και στον άνθρωπο πριν ορίσουμε νέες οδηγίες διατροφής. Οι επιστήμονες σκοπεύουν στο μέλλον να εξετάσουν αν είναι δυνατό να αναπτυχθούν φάρμακα που θα στοχεύουν το μεταβολισμό της μεθειονίνης.

Η παρούσα μελέτη δεν ήταν η πρώτη που ανέδειξε τον περιορισμό της μεθειονίνης από τη διατροφή ως προσέγγιση για την αντιμετώπιση διαφόρων νόσων. Μία έρευνα του 2019 από το εργαστήριο Locasale στο Πανεπιστήμιο του Duke είχε δείξει ότι ο περιορισμός της μεθειονίνης βελτιώνει την αποτελεσματικότητα της χημειοθεραπείας και της ακτινοθεραπείας στην αντιμετώπιση του καρκίνου.