Μία νέα κλινική δοκιμή φάσης 3, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύτηκαν πριν λίγες ημέρες, διαπίστωσε ότι ένα νέο ανοσορυθμιστικό φάρμακο μπορεί να μπορεί να περιορίσει τη φλεγμονώδη δραστηριότητα της νόσου στη συντριπτική πλειοψηφία των ασθενών με υποτροπιάζουσα πολλαπλή σκλήρυνση (RMS).

Η πολλαπλή σκλήρυνση είναι μία αυτοάνοση νόσος κατά την οποία το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού επιτίθεται και καταστρέφει το προστατευτικό περίβλημα της μυελίνης, το οποίο φυσιολογικά διευκολύνει τη σηματοδότηση διαμέσου των νεύρων στον εγκέφαλο και τον υπόλοιπο οργανισμό. Η πολλαπλή σκλήρυνση επηρεάζει νεύρα τόσο του εγκεφάλου όσο και του νωτιαίου μυελού και μπορεί να εμφανιστεί από μικρή ηλικία προκαλώντας σημαντική αναπηρία σε αρκετούς ασθενείς.

Στη νέα έρευνα, η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό The New England Joural of Medicine, εξετάστηκαν πάνω από 900 εθελοντές οι οποίοι έλαβαν το φάρμακο αφατουνουμάμπη για 1.6 χρόνια κατά μέσο όρο. Όπως διαπίστωσε η έρευνα, το φάρμακο κατάφερε να περιορίσει σημαντικά την επιδείνωση της φλεγμονής, μειώνοντας παράλληλα τις κλινικές εξάρσεις της νόσου. Στο δεύτερο έτος της θεραπείας, σχεδόν το 90% των ασθενών που έλαβαν το φάρμακο δεν είχαν καμία ένδειξη δραστηριότητας της νόσου.

Οι κλινικές δοκιμές ASCLEPIOS I και ASCLEPIOS II διεξήχθησαν σε 385 νοσοκομεία 37 χωρών και συνέκριναν την οφατουμουμάμπη με την τεριφλουνομίδη, ένα χάπι που χορηγείται τυπικά στη θεραπεία της πολλαπλής σκλήρυνσης. Όπως διαπιστώθηκε, η οφατουμουμάμπη περιόρισε στο 50% τα ποσοστά εξάρσεων, ενώ μείωσε σε μεγάλο βαθμό και την επιδείνωση της φλεγμονής στον εγκέφαλο.

Οι πρώτες αποτελεσματικές θεραπείες για την πολλαπλή σκλήρυνση κυκλοφόρησαν πριν από σχεδόν 20 χρόνια, ωστόσο η παρούσα έρευνα αναδεικνύει ένα νέο φάρμακο με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα το οποίο στοχεύει ειδικά τα Β λεμφοκύτταρα προκειμένου να περιορίσει την πορεία της νόσου.

Εδώ και δεκαετίες, ο Stephen Hauser, MD, διευθυντής του UCSF Weill Institute for Neurosciences, είχε υποστηρίξει ότι τα Β λεμφοκύτταρα μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη θεραπεία της πολλαπλής σκλήρυνσης. Ο Hauser είχε λάβει μέρος στο σχεδιασμό της κλινικής δοκιμής φάσης 3 με τίτλο ASCLEPIOS, ενώ ήταν και ένας εκ των συγγραφέων της έρευνας που δημοσιεύτηκε στο NEJM.

Ο Hauser είχε λάβει μέρος και στην κλινική δοκιμή φάσης 3 της πρώτης θεραπείας που εξέτασε τα Β λεμφοκύτταρα για την πολλαπλή σκλήρυνση. Το φάρμακο που είχε εξεταστεί ήταν η οκρελιζουμάμπη, η οποία αργότερα εγκρίθηκε για τη θεραπεία της πρωτοπαθούς προϊούσας πολλαπλής σκλήρυνσης, μίας μορφής της νόσου στην οποία παρατηρείται σταθερή επιδείνωση χωρίς εξάρσεις. Περίπου το 10% των ασθενών πάσχουν από την παραπάνω μορφή και η οκρελιζουμάμπη μπορεί να περιορίσει την πορεία της νόσου κατά 25%.

Το φάρμακο χορηγείται ενδοφλεβίως κάθε 6 μήνες, ενώ η οφατουμουμάμπη χορηγείται υποδορίως 1 φορά το μήνα. Και τα δύο φάρμακα περιέχουν αντισώματα, ωστόσο δρουν σε διαφορετικές περιοχές του ίδιου μορίου (CD20) το οποίο βρίσκεται σχεδόν αποκλειστικά στα Β κύτταρα. Η χορήγηση της θεραπείας εξαντλεί προσωρινά τα φλεγμονώδη Β λεμφοκύτταρα από την κυκλοφορία του αίματος. Η οφατουμουμάμπη αποτελεί ανθρώπινο αντίσωμα, ενώ η οκρελιζουμάμπη είναι αντίσωμα ποντικών, ωστόσο και τα δύο φάρμακα έχουν την ικανότητα να μειώνουν τον πληθυσμό των Β λεμφοκυττάρων.

«Και οι δύο παραπάνω θεραπείες Β λεμφοκυττάρων είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικές στην υποτροπιάζουσα πολλαπλή σκλήρυνση και αποτελούν καλές επιλογές για τους ασθενείς», υποστήριξε ο Hauser. «Στην παρούσα μελέτη παρατηρήσαμε ότι έχουν την ικανότητα να περιορίζουν εντελώς τη φλεγμονή στις περιοχές του εγκεφάλου που περιέχουν μυελίνη, προκαλώντας ελάχιστες ανεπιθύμητες ενέργειες, γεγονός που καθιστά τα φάρμακα αυτά ιδανική θεραπεία πρώτης γραμμής για τους περισσότερους ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση».

Η ανάπτυξη και των δύο φαρμάκων είχε βασιστεί σε προηγούμενες έρευνες του Hauser όπου είχε αποδείξει ότι τα Β λεμφοκύτταρα παίζουν σημαντικό ρόλο στην πολλαπλή σκλήρυνση. Πριν περίπου 20 χρόνια, είχε εξεταστεί το πρώτο φάρμακο αυτής της κατηγορίας, η ριτουξιμάμπη, ένα αντι-CD20 αντίσωμα που χορηγείται στη θεραπεία του non-Hodgkin λεμφώματος, σε ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση. Η έρευνα αυτή ήταν η πρώτη που είχε δείξει ότι τα φάρμακα αυτά είναι αποτελεσματικά στην πολλαπλή σκλήρυνση.

Η νέα έρευνα του NEJM αναδεικνύει επίσης τη σημαντικότητα των κλινικών ερευνών και τον τρόπο που βοηθούν να κατανοήσουμε καλύτερα τους μηχανισμούς της νόσου, σύμφωνα με τον Hauser. Για παράδειγμα, τα νέα φάρμακα που βοηθούν τον περιορισμό των υποτροπιαζόντων φλεγμονωδών επεισοδίων στους ασθενείς με RMS δείχνουν ότι υπάρχουν αρκετές βιολογικές ομοιότητες ανάμεσα στις υποτροπιάζουσες και τις μη υποτροπιάζουσες μορφές της νόσου. Ακόμα και επί απουσίας ενεργών φλεγμονωδών επεισοδίων που προκαλούν εξάρσεις, τα ανοσιακά κύτταρα που στοχεύουν και καταστρέφουν τη μυελίνη παραμένουν στον εγκέφαλο, προκαλώντας αποδόμηση και κυτταρικό θάνατο στους νευρώνες.

Με βάση αυτά που γνωρίζουμε σήμερα, αλλά και από τη μερική ικανότητα της οκρελιζουμάμπης να περιορίζει την εξέλιξη της νόσου, ο Hauser και οι συνεργάτες του θέλουν να εξετάσουν αν η χορήγηση ισχυροτέρων, αλλά ασφαλών, δόσεων αντι-CD20 φαρμάκων κατά την αρχική διάγνωση της νόσου μπορεί να σταματήσει οριστικά την πορεία της πολλαπλής σκλήρυνσης. Εκτός από τις αντι-CD20 θεραπείες, αρκετές άλλες προσεγγίσεις εξερευνώνται σήμερα για την καταστροφή των παθολογικών Β λεμφοκυττάρων στην πολλαπλή σκλήρυνση.

Οι επιστήμονες παρατήρησαν προσφάτως ότι ακόμα και ορισμένα πρώιμα φάρμακα για την πολλαπλή σκλήρυνση έχουν την ικανότητα να εξαντλούν τους πληθυσμούς τόσο των Β όσο και των Τ λεμφοκυττάρων, τα οποία είχα αποτελέσει θεραπευτικό στόχο πριν η έρευνα επικεντρωθεί περισσότερο στα Β κύτταρα.

«Αν και δεν υπάρχει ακόμα θεραπεία, πριν λίγες δεκαετίες οι ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση παρουσίαζαν σοβαρή αναπηρία μέσα σε 15-20 χρόνια, ωστόσο σήμερα μπορεί να προληφθεί εντελώς η αναπηρία», κατέληξε ο Hauser. «Η βελτίωση στη θεραπευτική προσέγγιση της πολλαπλής σκλήρυνσης, ιδιαίτερα με φάρμακα που στοχεύουν τα Β λεμφοκύτταρα, αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της σύγχρονης ιατρικής».