Οι αρχικές εκδηλώσεις της ελκώδους κολίτιδας, αν και δυσάρεστες, δεν αποτελούν απαραίτητα αιτία ανησυχίας. Οι στομαχικές κράμπες, η διάρροια, ακόμα και η αιμορραγία από το ορθό μπορούν να αποδίδονται σε μία σειρά άλλων προβλημάτων του γαστρεντερικού συστήματος. Αν ωστόσο τα συμπτώματα παραμένουν ή επιδεινώνονται, μπορεί να αντιπροσωπεύουν τα πρώτα συμπτώματα μίας μάχης με τη φλεγμονώδη νόσο του εντέρου που διαρκεί εφ’όρου ζωής.

Τα αίτια της ελκώδους κολίτιδας είναι συχνά σύνθετα. Οι γενετικοί παράγοντες σίγουρα ενοχοποιούνται σε κάποιο βαθμό: το 8-14% των ασθενών με τη νόσο έχουν οικογενειακό ιστορικό φλεγμονωδών νόσων του εντέρου. Ωστόσο, εκατοντάδες περιβαλλοντικοί παράγοντες, μεταξύ των οποίων η διατροφή και ο τρόπος ζωής, καθώς και η ψυχική υγεία του ασθενούς, μπορούν επίσης να επηρεάσουν την πορεία της νόσου. Η επίδραση των εξωτερικών παραγόντων (και η αλληλεπίδρασή τους με τους γενετικούς παράγοντες) έχει αποτυπωθεί σε έρευνες που έχουν γίνει σε οικογένειες μεταναστών. Οι έρευνες αυτές έχουν παρατηρήσει αυξημένο κίνδυνο ελκώδους κολίτιδας στους απογόνους ατόμων που έχουν μεταναστεύσει από περιοχές με χαμηλή συχνότητα ελκώδους κολίτιδας σε περιοχές με αυξημένη συχνότητα. Επιπλέον, αν και η φλεγονώδης νόσος του εντέρου έχει γενικά αυξημένη συχνότητα στις Δυτικές χώρες, η συχνότητά της αυξάνεται πλέον στην Ασία και τη Λατινική Αμερική.

Αν και οι προκλητικοί παράγοντες της ελκώδους κολίτιδας δεν έχουν ταυτοποιηθεί ακόμα από τους ερευνητές, η πάθηση πιστεύεται ότι είναι αποτέλεσμα διαταραχής του μικροβιακού οικοσυστήματος του παχέος εντέρου. Το εσωτερικό κομμάτι του εντερικού τοιχώματος, γνωστό ως βλεννογόνο, αποτελείται από μία στιβάδα επιθηλιακών κυττάρων. Οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ της στιβάδας αυτής και της μικροβιακής κοινότητας του εντέρου, συμβάλει στη διατήρηση της υγείας του γαστρεντερικού σωλήνα και ρυθμίζει επίσης την ισορροπία των ανοσιακών κυττάρων που βρίσκονται στο εντερικό επιθήλιο.

Οι παράγοντες που συμβάλουν στη εμφάνιση της ελκώδους κολίτιδας μπορούν να επηρεάσουν το εντερικό μικροβίωμα του παχέος εντέρου με διάφορους τρόπους, μεταξύ των οποίων και η διαταραχή της επιθηλιακής στιβάδας. Το γεγονός αυτό επιτρέπει στους μικροοργανισμούς του εντέρου να αλληλεπιδρούν με τα ανοσιακά κύτταρα, γεγονός που προκαλεί μία ανεξέλεγκτη ανοσιακή απόκριση. Οι βλάβες στο βλεννογόνο επιδεινώνονται κσι συχνά επεκτείνονται και σε άλλες περιοχές του παχέος εντέρου.

Δεν υπάρχει θεραπεία για την ελκώδη κολίτιδα. Επομένως, οι ασθενείς με τη νόσο στρέφονται σε αντιφλεγμονώδη φάρμακα με σκοπό να αντιμετωπίσουν τα ήπια συμπτώματα, ή σε ισχυρά στεροειδή ή ανοσορυθμιστικά φάρμακα για τα σοβαρότερα συμπτώματα. Ωστόσο, σε αρκετούς ασθενείς η νόσος δεν υποχωρεί για μεγάλη χρονική διάρκεια. Περίπου το 15% των ασθενών με ελκώδη κολίτιδα διαπιστώνουν ότι 20 χρόνια μετά τη διάγνωση έχουν εναπομείνουσα μόνο την επολογή της χειρουργικής αφαίρεσης τμήματος ή ολοκλήρου του παχέος εντέρου.

Ευτυχώς, η ανάπτυξη νέων θεραπευτικών προσεγγίσεων προχωρά με γοργό ρυθμό, με αρκετές από αυτές να γίνονται ήδη διαθέσιμες, ενώ άλλες να δείχνουν πολύ καλά στοιχεία στις κλινικές ή προκλινικές δοκιμές. Οι περισσότερες από τις παραπάνω χρησιμοποιούν μηχανισμούς της ελκώδους κολίτιδας που είναι διαφορετικοί από αυτούς που στοχεύουν τα σημερινά φάρμακα. Για παράδειγμα, μία νέα κατηγορία φαρμάκων αναστέλλουν τη μετανάστευση των ανοσιακών κυττάρων στις πληγείσες περιοχές του παχέος εντέρου, με σκοπό να «σπάσουν» τον κύκλο της φλεγμονής. Άλλα φάρμακα ενισχύουν την ικανότητα επιδιόρθωσης της επιθηλιακής στιβάδας. Οι ερευνητές εξερευνούν αν είναι δυνατό να ρυθμιστεί η ελκώδης κολίτιδα μέσω μικροοργανισμών που έχουν ληφθεί από υγιείς δότες.

Με το οπλοστάσιο για την ελκώδη κολίτιδα να ενισχύεται συνεχώς, οι γιατροί σύντομα θα έχουν αρκετές επιλογές για να προσφέρουν στους ασθενείς που πάσχουν από την εξουθενωτική αυτή νόσο.

Βιβλιογραφία: Nature Outline