Το μελάνωμα αποτελεί μία από τις σοβαρότερες μορφές καρκίνου του δέρματος. Αν δεν αφαιρεθεί, μπορεί να διεισδύσει στους γειτονικούς ιστούς και στη συνέχεια να εξαπλωθεί στον οργανισμό. Μετά την εξάπλωσή του, είναι πολύ πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί.

Ορισμένα καρκινικά κύτταρα παράγουν πρωτεΐνες που περιορίζουν την ανοσιακή απόκριση απέναντί τους. Η θεραπεία ανοσιακών σημείων ελέγχου είναι μία νέα θεραπευτική επιλογή που αντιμετωπίζει την παραπάνω δράση και βοηθά το ανοσοποιητικό σύστημα να αντιμετωπίσει τον καρκίνο. Η θεραπεία αυτή χρησιμοποιείται σήμερα στους ασθενείς με μελάνωμα και ορισμένα άλλα είδη καρκίνου. Ωστόσο, μόλις μερικοί από τους παραπάνω ασθενείς θα παρουσιάσουν βελτίωση με τη θεραπεία ανοσιακών σημείων ελέγχου. Αν καταφέρουμε να γνωρίζουμε εκ των προτέρων ποιοι ασθενείς ανήκουν στην παραπάνω κατηγορία, τότε θα είναι δυνατό να αποφευχθεί η χορήγηση θεραπείας, καθώς και οι ανεπιθύμητες ενέργειες που τη συνοδεύουν, στους υπόλοιπους ασθενείς.

Τρεις ανεξάρτητες ερευνητικές ομάδες ανέφεραν πρόσφατα ότι αναπτύσσουν τρόπους να προβλεφθεί ποιοι ασθενείς με μελάνωμα θα ανταποκριθούν στη θεραπεία ανοσιακών σημείων ελέγχου. Οι δύο έρευνες δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Nature Medicine, ενώ η τελευταία στο Nature.

Μία ομάδα με επικεφαλής τον Δρ Έιταν Ρούπιν και τον Νόαμ Αουσλάντερ από το NCI των ΗΠΑ ανέπτυξε μία μέθοδο ικανή να προβλέψει την απόκριση στη θεραπεία σε δείγματα ιστών μελανώματος. Οι ερευνητές ανέλυσαν τα μοναδικά χαρακτηριστικά της γονιδιακής έκφρασης στους καρκινοπαθείς στους οποίους μία αυθόρμητη ανοσιακή απόκριση προκάλεσε συρρίκνωση του νεοπλάσματος.Τα χαρακτηριστικά αυτά επέτρεψαν στους ερευνητές να υπολογίσουν αυτό που ονόμασαν «ανοσο-προγνωστικό δείκτη (score)» για το δείγμα του νεοπλάσματος από τον κάθε ασθενή. Όσο υψηλότερος ήταν ο δείκτης του κάθε δείγματος, τόσο μεγαλύτερη ήταν η πιθανότητα να παρουσιάσει αυθόρμητη συρρίκνωση το νεόπλασμα του ασθενούς.

Οι ερευνητές εξέτασαν το δείκτη τους σε 297 δείγματα ιστών από ασθενείς με μελάνωμα. Ο προγνωστικός δείκτης ήταν ικανός να ταυτοποιήσει σχεδόν όλους τους ασθενείς που ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία με σημεία ελέγχου και περισσότερο από το 50% αυτών που δεν ανταποκρίθηκαν. Ο δείκτης ήταν ακριβής ακόμα και όταν χρησιμοποιήθηκε σε ασθενείς με μελάνωμα που δεν συμμετείχαν στην έρευνα.

Μία άλλη ομάδα με επικεφαλής τους Δρ Κάι Γουσερπφένιγκ και Σίρλει Λιού από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, χρησιμοποίησε επίσης χαρακτηριστικά της γονιδιακής έκφρασης για να αναπτύξει ένα προγνωστικό δείκτη. Εξέτασαν τα παραπάνω χαρακτηριστικά για να διαπιστώσουν ποια νεοπλάσματα αποφεύγουν την καταστροφή από το ανοσοποιητικό σύστημα. Για την ανάλυσή τους χρησιμοποίησαν δεδομένα από 33.000 δείγματα ιστών σε 189 έρευνες.

Για να εκτιμήσουν την ακρίβεια του δείκτη εξέτασαν δεδομένα σχετικά με την πορεία των ασθενών με μελάνωμα μετά τη χορήγηση θεραπείας σημείων ελέγχου. Όπως αναφέρουν, ο προγνωστικός τους δείκτης ήταν καλύτερος από αυτούς που είχαν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν.

Η τρίτη ομάδα είχε επικεφαλής τους Δρ Γουέι Γκούο και Ξιαογουέι Ξου από το Πανεπιστήμιο της Πεννσυλβάνια. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δείγματα αίματος για να αναπτύξουν τον προγνωστικό τους δείκτη. Τα δείγματα αίματος λαμβάνονται ευκολότερα από τους ασθενείς. Τα διάφορα κύτταρα μπορούν να απελευθερώσουν εξωσώματα, δηλαδή μικρούς ασκούς που μεταφέρουν πρωτεΐνες και άλλες ουσίες μέσω της κυκλοφορίας του αίαματος ή άλλων σωματικών υγρών. Μόρια που βρίσκονται στην επιφάνειά τους επιτρέπουν στα εξωσώματα να ανιχνεύσουν τα κύτταρα-στόχος. Προηγούμενες έρευνες είχαν δείξει ότι τα εξωσώματα μπορούν να επιδεινώσουν διάφορες παθήσεις μέσω αναστολής των ανοσιακών κυττάρων.

Η ομάδα παρατήρησε ότι τα μεταστατικά μελανώματα απελευθερώνουν εξωσώματα που μεταφέρουν την PD-L1 στην επιφάνειά τους. Τα εξωσώματα με την PD-L1 προσκολλώνται στον υποδοχέα PD-1 στα Τ λεμφοκύτταρα. Η δράση αυτή «απενεργοποιεί» τα Τ κύτταρα που αντιμετωπίζουν τον καρκίνο. Η ανάλυση της ομάδας έδειξε ότι οι ασθενείς με τα υψηλότερα επίπεδα εξοσωμικών PD-L1 πριν τη θεραπεία με αντι-PD-1 σημεία ελέγχου είχαν μειωμένη πιθανότητα να ανταποκριθούν στη θεραπεία.

Οι παραπάνω τρεις μέθοδοι, αν αναπτυχθούν περαιτέρω με περισσότερα δεδομένα ασθενών, θα μπορούσαν δυνητικά να βοηθήσουν τους γιατρούς να προβλέψουν ποιοι ασθενείς με μελάνωμα έχουν τη μεγαλύτερα πιθανότητα να ανταποκριθούν στη θεραπεία. Οι παραπάνω προσεγγίσεις μπορούν επίσης να συνδυαστούν για να αυξηθεί η ακρίβειά τους.

«Πρέπει να μπορούμε να προβλέψουμε πώς θα ανταποκριθούν οι ασθενείς σε αυτό το είδος ανοσοθεραπείας», είπε ο Ρούπιν. «Η γνώση αυτή θα μας βοηθήσει να αντιμετωπίσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια τη θεραπευτική αγωγή αυτών των ασθενών».

Βιβλιογραφία: NIH

Φωτογραφία: Zappy’s Technology Solutions