Οι ασθενείς με πρωτοπαθείς κεφαλαλγίες που χρησιμοποιούν smartphones λαμβάνουν αναλγητικά σε υψηλότερα ποσοστά και ανακουφίζονται λιγότερο από τα φάρμακα αυτά σε σχέση με αυτούς που δεν χρησιμοποιούν τις συγκεκριμένες συσκευές, όπως διαπίστωσε μία νέα έρευνα.

Αν και η παραπάνω έρευνα επιβεβαίωσε την παραπάνω σύνδεση, πρακτικά δεν μπορεί να αποδείξει σχέση αιτίας-αποτελέσματος, καθώς ήταν μία έρευνα παρατήρησης.

Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Neurology Clinical Practice, το επίσημο περιοδικό του American Academy of Neurology.

«Αν και τα αποτελέσματά μας πρέπει να επιβεβαιωθούν από μεγαλύτερες και πιο λεπτομερείς έρευνες, προκαλούν ανησυχία, καθώς τα smartphones χρησιμοποιούνται ευρέως σήμερα και έχουν ήδη συνδεθεί με διάφορα συμπτώματα, με τις κεφαλαλγίες να αποτελούν το συχνότερο από αυτά», είπε η Deepti Vibha, DM, επικεφαλής της έρευνας και μέλος του American Academy of Neurology.

Για την έρευνά τους, οι επιστήμονες εξέτασαν 400 εθελοντές από την Ινδία με πρωτοπαθείς κεφαλαλγίες, στις οποίες περιλαμβάνονται η ημικρανία, η κεφαλαλγία τάσεως και άλλα είδη κεφαλαλγίας που δεν μπορούν να αποδοθούν σε κάποια άλλη νόσο. Οι επιστήμονες ρώτησαν τους εθελοντές σχετικά με τη χρήση των smartphones, καθώς και τα φάρμακα τα οποία λαμβάνουν.

Από τους 400 εθελοντές, οι 206 χρησιμοποιούσαν smartphones καθημερινά, ενώ οι υπόλοιποι απέφευγαν τις παραπάνω συσκευές. Οι εθελοντές που δεν χρησιμοποιούσαν smartphones ήταν μεγαλύτερης ηλικίας, είχαν χαμηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης και χειρότερη κοινωνικοοικονομική κατάσταση σε σχέση με τους εθελοντές της άλλης ομάδας.

Όπως διαπίστωσαν οι επιστήμονες, στην ομάδα που χρησιμοποιούσε smartphones το 96% έπαιρνε αναλγητικά φάρμακα, ενώ στην άλλη ομάδα το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 81%. Συγκεκριμένα, οι εθελοντές της πρώτης ομάδας έπαιρναν κατά μέσο όρο 8 χάπια το μήνα, ενώ της δεύτερης 5 χάπια.

Οι εθελοντές που χρησιμοποιούσαν smartphones ανέφεραν επίσης μειωμένη ανακούφιση από την κεφαλαλγία μετά τη λήψη των παραπάνω φαρμάκων. Όπως έδειξαν τα αποτελέσματα, το 84% των εθελοντών της πρώτης ομάδας ανέφερε μέτρια ή ολική ανακούφιση από το σύμπτωμα αυτό μετά τη λήψη αναλγητικών φαρμάκων, ενώ το ίδιο ποσοστό στη δεύτερη ομάδα ήταν 94%.

Οι επιστήμονες δεν παρατήρησαν κάποια διαφορά αναφορικά με τη συχνότητα, τη διάρκεια ή τη σοβαρότητα των κεφαλαλγιών ανάμεσα στις δύο ομάδες.

«Η αιτία του προβλήματος δεν είναι ακόμα σαφής», είπε η Heidi Moawad, MD, από το Case Western Reserve University του Οχάιο, σε ένα άρθρο που συνόδευσε τα αποτελέσματα της έρευνας. «Φταίει η θέση του αυχένα, το φως από το smartphone, η επιβάρυνση των οφθαλμών ή μήπως το άγχος από τη συνεχή χρησιμοποίηση του κινητού;», πρόσθεσε η Moawad, η οποία είναι επίσης μέλος του American Academy of Neurology. «Θα χρειαστεί να γίνουν περισσότερες έρευνες τα επόμενα χρόνια για να δώσουμε απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα. Η χρήση ακουστικών hands-free, η φωνητική ενεργοποίηση ή άλλα χαρακτηριστικά θα μπορέσουν πιθανώς να βοηθήσουν τους ασθενείς να χρησιμοποιήσουν αποτελεσματικά τα κινητά τους τηλέφωνα χωρίς να επιβαρύνουν τις κεφαλαλγίες τους».

Πρέπει να τονιστεί στο σημείο αυτό, ωστόσο, ότι η έρευνα δεν ήταν στείρα περιορισμών.

Όπως δήλωσε η Vibha, οι επιστήμονες εξέτασαν τους εθελοντές μία φορά μόνο και δεν αναζήτησαν αλλαγές στην επιβάρυνση από τα smartphones σε βάθος χρόνου.

Ένας άλλος περιορισμός της έρευνας ήταν ότι οι δύο ομάδες εθελοντών δεν είχαν παρόμοια χαρακτηριστικά, όπως για παράδειγμα το επίπεδο εκπαίδευσης και η κοινωνικοοικονομική κατάσταση. Τέλος, οι πληροφορίες σχετικά με τις κεφαλαλγίες και τη χρήση των smartphones συνελέχθησαν μέσω ερωτηματολογίων, επομένως μπορεί να μην είναι απόλυτα ακριβείς.