Η ελκώδης κολίτιδα, μία φλεγμονώδης νόσος του εντέρου, συνδέεται με την απουσία ενός συγκεκριμένου βακτηρίου από το εντερικό μικροβίωμα. Στο παραπάνω συμπέρασμα κατέληξε μία έρευνα από επιστήμονες στο Πανεπιστήμιο του Stanford στην Καλιφόρνια.

Όπως διαπίστωσαν οι ερευνητές, στους εθελοντές της έρευνας που έπασχαν από ελκώδη κολίτιδα, ο πληθυσμός των βακτηρίων της οικογενείας Ruminococcaceae είχε εξαντληθεί.

Τα βακτήρια παράγουν ουσίες που λέγονται μεταβολίτες. Οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι οι εθελοντές με ελκώδη κολίτιδα είχαν μηδενικά επίπεδα δευτερογενών χολικών οξέων, ενός μεταβολίτη που παράγεται από τα παραπάνω βακτήρια.

«Το εύρημα αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό καθώς διαπιστώσαμε ότι η εξάντληση των δευτερογενών χολικών οξέων αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό και στα πειραματικά μοντέλα κολίτιδας», είπε η Dr Aida Habtezion, MSc, καθηγήτρια γαστρεντερολογίας και ηπατολογίας στο Πανεπιστήμιο του Stanford, η οποία έλαβε μέρος στην έρευνα.

Οι επιστήμονες, σε προηγούμενες έρευνες, είχαν χορηγήσει κλύσμα με δευτερογενή χολικά οξέα σε ποντίκια με κολίτιδα. Η θεραπευτική αυτή προσέγγιση είχε πολύ θετικά αποτελέσματα.

«Η προσέγγιση αυτή κατάφερε να αντιμετωπίσει τα συμπτώματα της νόσου και να περιορίσει σημαντικά την εντερική φλεγμονή. Αυτό δείχνει ότι η χορήγηση δευτερογενών χολικών οξέων τοπικά στο έντερο μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο μέλλον ως θεραπεία για την ελκώδη κολίτιδα. Ένα θετικό της προσέγγισης αυτής είναι ότι η θεραπεία θα χρησιμοποιεί βακτήρια ή μεταβολίτες που βρίσκονται φυσιολογικά στο έντερο», είπε η Habtezion.

Μία Νόσος με Σοβαρά Συμπτώματα

Η ελκώδης κολίτιδα είναι μία νόσος που προκαλεί φλεγμονή και έλκη στο παχύ έντερο και το ορθό. Τα συμπτώματά της μπορεί να περιλαμβάνουν σοβαρή αιμορραγία, διάρροια και απώλεια βάρους.

Αν και υπάρχουν διάφορες θεραπείες για τον περιορισμό των συμπτωμάτων, δεν υπάρχει οριστική θεραπεία.

Σχεδόν 1 στους 5 ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα χρειάζεται τελικά χειρουργική αντιμετώπιση κατά την οποία αφαιρούνται τμήματα του παχέος εντέρου και του ορθού.

Κατά την επέμβαση αυτή, το κάτω άκρο του λεπτού εντέρου επανατοποθετείται με σκοπό να σχηματιστεί ένας ασκός σχήματος J που παίζει το ρόλο του ορθού. Ακόμα και μετά την επέμβαση, ωστόσο, μπορεί να εμφανιστούν επιπλοκές.

Οι παραπάνω ασθενείς μπορεί να παρουσιάσουν φλεγμονή στον ασκό αυτό (ληκυθίτιδα), με αποτέλεσμα να αυξηθεί η συχνότητα των κενώσεων και να εμφανιστούν άλλα συμπτώματα όπως κοιλιακές κράμπες, εντερικές κινήσεις κατά τη διάρκεια της νύχτας, ακράτεια κοπράνων ή συμπτώματα που ομοιάζουν ελκώδη κολίτιδα.

Τι Έδειξε η Έρευνα

Η έρευνα από το Πανεπιστήμιο του Stanford ξεκίνησε εξετάζοντας ασθενείς που πάσχουν από μία σπάνια νόσο γνωστή ως οικογενή αδενωματώδη πολυποδίαση (FAP).

Οι ασθενείς που υποφέρουν από την παραπάνω νόσο διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου. Αρκετοί από αυτούς υποβάλλονται προληπτικά στην ίδια θεραπεία με τους ασθενείς που πάσχουν από ελκώδη κολίτιδα που δεν ανταποκρίνονται στην αρχική θεραπεία.

Το 50% περίπου των ασθενών με ελκώδη κολίτιδα που κάνουν την παραπάνω χειρουργική επέμβαση θα παρουσιάσουν τελικά ληκυθίτιδα.

Ωστόσο, οι ασθενείς με FAP που κάνουν την ίδια επέμβαση σπάνια παρουσιάζουν φλεγμονώδεις εξάρσεις.

Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν δείγματα κοπράνων για να υπολογίσουν τα επίπεδα των δευτερογενών χολικών οξέων σε 7 ασθενείς με FAP και 17 ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα, οι οποίοι είχαν κάνει στο σύνολό τους τη χειρουργική επέμβαση.

Όπως διαπίστωσαν, τα δευτερογενή χολικά οξέα ήταν σημαντικά χαμηλότερα στα δείγματα κοπράνων των ασθενών με ελκώδη κολίτιδα συγκριτικά με αυτά των ασθενών με FAP.

Γιατί είναι Σημαντικά τα Βακτήρια Αυτά;

Τα πρωτογενή χολικά οξέα παράγονται στο ήπαρ και αποθηκεύονται στη χοληδόχο κύστη.

Στη συνέχεια απελευθερώνονται περιοδικά και βοηθούν στη διάσπαση των λιπών στο γαστρεντερικό σύστημα.

Τα περισσότερα από τα οξέα αυτά ταξιδεύουν στο έντερο, όπου μετατρέπονται από τα βακτήρια σε δευτερογενή λιπαρά οξέα.

Εφόσον τα βακτήρια αυτά απουσιάζουν, είναι αδύνατο να γίνει η παραπάνω μετατροπή και, όπως φαίνεται, αυτό συμβαίνει στους ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα.

Σε 3 έρευνες με πειραματόζωα, οι επιστήμονες από το Stanford χορήγησαν στα ποντίκια τα δευτερογενή χολικά οξέα που τους έλειπαν. Όπως διαπίστωσαν, η προσέγγιση αυτή μείωσε τον αριθμό των φλεγμονωδών ανοσιακών κυττάρων στα ποντίκια, καθώς και τα κλασικά συμπτώματα της κολίτιδας, όπως η απώλεια βάρους.

«Τα χολικά οξέα έχουν αρκετές επιδράσεις στο μεταβολισμό, την κινητικότητα του γαστρεντερικού σωλήνα, αλλά και την εγκεφαλική  λειτουργία, επηρεάζοντας το σύνολο σχεδόν του οργανισμού. Αποτελούν ένα σημαντικό σηματοδοτικό μόριο», είπε ο Dr Emeran Mayer, συγγραφέας του “The Mind-Gut Connection” και διευθυντής στο CURE: Digestive Diseases Research Center από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Λος Άτζελες.

Όπως τόνισε, η απουσία των δευτερογενών χολικών οξέων στους ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα μπορεί να εξηγήσει αρκετά από τα φλεγμονώδη συμπτώματα.

«Ορισμένα από τα δευτερογενή χολικά οξέα έχουν αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες. Αυτός είναι πιθανώς ένας λόγος που παρατηρείται χρόνια φλεγμονή. Οι ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα έχουν και άλλα φλεγμονώδη προβλήματα, όπως δερματοπάθειες, αρθροπάθειες ή φλεγμονώδεις παθήσεις των οφθαλμών, επομένως ίσως η απουσία των δευτερογενών χολικών οξέων ενοχοποιείται και γι’αυτά», πρόσθεσε.

Η Σημασία της Έρευνας

Ο Dr Eugene B. Chang από το AGA Center for Gut Microbiome Research & Education δήλωσε ότι τα αποτελέσματα της έρευνας είναι ιδιαίτερα σημαντικά.

«Σίγουρα υπάρχει μία μικροβιακή συνιστώσα στην ελκώδη κολίτιδα και τις φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου γενικότερα. Ένα πιθανό αίτιο είναι η απουσία ωφελίμων μικροβίων ή η παθολογική μετάλλαξή τους. Στην πρώτη περίπτωση, η αντικατάσταση των μικροβίων αυτών θα μπορέσει να επαναφέρει την ισορροπία και να προκαλέσει εκ νέου ύφεση», πρόσθεσε.

Όπως πιστεύει η Habtezion, τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής θα βοηθήσουν τόσο τους ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα όσο και αυτούς με νόσο του Crohn.

«Ορμώμενοι από τα παραπάνω αποτελέσματα, ξεκινήσαμε μία νέα έρευνα με ένα μικρό αριθμό ασθενών στους οποίους χορηγούμε δευτερογενή χολικά οξέα που έχουν εγκριθεί για άλλες παθήσεις. Ως γιατρός που παρακολουθώ αρκετούς ασθενείς με φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου ελπίζω ότι η έρευνά μας θα οδηγήσει σε καλύτερες και πιο εξατομικευμένες θεραπείες», κατέληξε.