Μία εξέταση αίματος στους ασθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για ρευματοειδή αρθρίτιδα είναι ικανή να προβλέψει ποιοι θα εμφανίσουν τη νόσο μέσα στα επόμενα 3 χρόνια, σύμφωνα με μία νέα έρευνα.

«Καταφέραμε να ταυτοποιήσουμε ένα νέο βιοδείκτη ο οποίος έχει τη μεγαλύτερη προγνωστική ισχύ από όσους έχουν εξεταστεί μέχρι σήμερα», είπε η Anne Musters, μία από τους ερευνητές.

Η έρευνα επιβεβαιώνει τα αποτελέσματα μίας προηγούμενης μελέτης που περιελάμβανε 21 εθελοντές με αυτοαντισώματα ενδεικτικά κινδύνου για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα. Η παρουσία τουλάχιστον 5 κυρίαρχων κλώνων υποδοχέων Β-κυττάρων (BCR) στο περιφερικό αίμα ήταν προγνωστικός παράγοντας για την εμφάνιση ρευματοειδούς αρθρίτιδας.

«Πιστεύουμε ότι οι περιφερικοί κλώνοι BCR μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ταυτοποίηση των ατόμων που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν αρθρίτιδα», είπε η Musters. Αυτό θα μας επιτρέψει να παρέμβουμε εγκαίρως με αποτέλεσμα να προληφθεί η εμφάνιση της νόσου.

Στην έρευνά τους, η Musters και οι συνεργάτες της χρησιμοποίησαν τεχνικές ανάλυσης της αλληλουχίας για να ανιχνεύσουν κλώνους BCR σε 129 εθελοντές με αρθραλγίες και αντισώματα για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα.

Από αυτούς, οι 45 ήταν θετικοί (είχαν δηλαδή περισσότερους από 5 κλώνους BCR), ενώ οι 84 ήταν αρνητικοί.

Μετά από 104 μήνες, το 76% των ασθενών της πρώτης ομάδας είχαν εμφανίσει ρευματοειδή αρθρίτιδα. Το αντίστοιχο ποσοστό για τους εθελοντές της αρνητικής ομάδας ήταν 13%.

«Η εξέταση αυτή μπορεί να μας βοηθήσει σημαντικά να ταυτοποιήσουμε τα άτομα που θα παρουσιάσουν ρευματοειδή αρθρίτιδα», είπε ο Niek de Vries, ο οποίος παρουσίασε τα αποτελέσματα της έρευνας στο European League Against Rheumatism Congress 2018.

Επιπλέον, από την έρευνα φάνηκε ότι όσο περισσότερους κλώνους BCR έφερε κάποιος, τόσο μεγαλύτερος ήταν ο κίνδυνος εμφάνισης αρθρίτιδας. Η παρουσία 9 ή περισσοτέρων κλώνων BCR στο αίμα συνδέθηκε με 91% πιθανότητα εμφάνισης ρευματοειδούς αρθρίτιδας μέσα στα επόμενα 3.5 χρόνια.

Αρκετές έρευνες έχουν δείξει ότι η θεραπεία είναι πιο αποτελεσματική αν χορηγηθεί εγκαίρως και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να καθυστερήσει την εμφάνιση της νόσου.

Δεν συμφωνούν, ωστόσο, όλοι οι επιστήμονες ότι πρέπει να χορηγείται θεραπεία πριν την εμφάνιση της νόσου.

«Αν η αγωγή συνέβαλε στην πρόληψη της νόσου, αυτό θα ήταν ιδανικό», είπε η Berit Jensen Grandaunet, από το St. Olans Hospital στη Νορβηγία. «Ωστόσο, δεν φαίνεται ότι αυτό είναι δυνατό».

Υπάρχουν επίσης ψυχολογικοί κίνδυνοι για τον ασθενή λόγω του φόβου για την επερχόμενη νόσο, συμπλήρωσε. Η αγωγή δεν είναι επίσης στείρα ανεπιθυμήτων ενεργειών καθώς συνοδεύεται από αυξημένο κίνδυνο λοιμώξεων.

Το κόστος της εξέτασης είναι επίσης μεγάλο, επομένως αυτή μάλλον δεν θα γίνεται τυπικά σε όλους τους ασθενείς.

«Θεωρητικά, η εξέταση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε πρώιμη έναρξη της θεραπευτικής αγωγής, αλλά θα δούμε στο μέλλον κατά πόσο αυτό είναι δυνατόν», κατέληξε.

Βιβλιογραφία: Medscape