Οι ασθενείς που πάσχουν από σύνδρομο χρόνιας κόπωσης θα έχουν σύντομα μία ειδική εξέταση που θα επιβεβαιώνει την παρουσία της νόσου. Μία ομάδα ερευνητών από το Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ δημιούργησε μία εξέταση αίματος που μπορεί να ανιχνεύσει τη νόσο και επομένως μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μία αξιόπιστη διαγνωστική εξέταση.

«Αρκετοί θεωρούν ότι το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης δεν αποτελεί πραγματικό νόσημα», είπε ο Ρον Ντέιβις, καθηγητής βιοχημείας και γενετικής. Οι περισσότεροι ασθενείς με σύνδρομο χρόνιας κόπωσης που επισκέπτονται τον γιατρό κάνουν συνήθως μίας σειρά εξετάσεων για το ήπαρ, τους νεφρούς και την καρδιά, καθώς και εξετάσεις αίματος και ανοσοκυττάρων, πρόσθεσε ο ίδιος. «Όλες οι παραπάνω εξετάσεις συνήθως οδηγούν σε συγκεκριμένες διαγνώσεις, ωστόσο στους ασθενείς με σύνδρομο χρόνιας κόπωσης είναι στο σύνολό τους φυσιολογικές», είπε.

Ο Ντέιβις Ραχίμ Εσφαντιάρπουρ, ένας πρώην συνεργάτης του Στάνφορντ, και οι συνεργάτες του κατάφεραν να αναπτύξουν μία εξέταση αίματος που μπορεί να ανιχνεύσει επιτυχώς τους ασθενείς με σύνδρομο χρόνια κόπωσης σε μία έρευνα. Η εξέταση, η οποία βρίσκεται ακόμα σε πειραματικό στάδιο, βασίζεται στον τρόπο που αντιδρούν τα ανοσιακά κύτταρα ενός ασθενούς στο στρες. Οι ερευνητές έλαβαν δείγματα αίματος από 40 εθελοντές εκ των οποίων οι 20 είχαν σύνδρομο χρόνιας κόπωσης ενώ οι υπόλοιποι ήταν υγιείς. Η εξέταση αίματος κατάφερε να ταυτοποιήσει με ακρίβεια 100% ποιοι εθελοντές έπασχαν από το σύνδρομο και ποιοι όχι.

Η διαγνωστική εξέταση μπορούσε να χρησιμοποιηθεί επίσης για την ταυτοποίηση των καλυτέρων φαρμάκων για την αντιμετώπιση του συνδρόμου χρόνιας κόπωσης. Εκθέτοντας το αίμα των εθελοντών σε υποψήφια φάρμακα, οι ερευνητές μπορούσαν να διαπιστώσουν με τη χρήση της εξέτασης, ποια θα ήταν η απόκριση των ανοσιακών κυττάρων στο κάθε φάρμακο. Οι επιστήμονες εξετάζουν ήδη διάφορα φάρμακα ως προς την αποτελεσματικότητά τους για το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης.

Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύτηκαν στο Proceedings of the National Academy of Sciences. Ο Ντέιβις είναι ο κύριος συγγραφέας της έρευνας και ο Εσφαντιάρπουρ είναι ο επικεφαλής.

Οι Αποδείξεις

Η διάγνωση του συνδρόμου χρόνιας κόπωσης βασίζεται σήμερα στα συμπτώματα, τα οποία περιλαμβάνουν εξάντληση, φωτοευαισθησία και ανεξήγητο άλγος, και τίθεται μόνο όταν έχουν αποκλειστεί όλες οι άλλες πιθανές διαγνώσεις.

Για τον Ντέιβις, η αναζήτηση επιστημονικών δεδομένων για τη νόσο αποτελεί προσωπική υπόθεση. Ο γιός του υποφέρει από το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης για περισσότερο από 10 χρόνια. Στην πραγματικότητα, ένα βιολογικό σημείο που παρατήρησε στο γιό του, έδωσε την ιδέα για την ανάπτυξη της εξέτασης.

Η προσέγγιση αυτή, στην οποία ο Εσφαντιέρπουρ βασίστηκε για την ανάπτυξη της εξέτασης, χρησιμοποιεί μία «νανοηλεκτρονική ανάλυση», δηλαδή μία εξέταση που υπολογίζει τις αλλαγές σε μικρά ποσά ενέργειας ως μέτρο υγείας των ανοσιακών κυττάρων και του πλάσματος. Η διαγνωστική αυτή τεχνολογία περιλμαβάνει χιλιάδες ηλεκτρόδια που δημιουργούν μία ηλεκτρική ώση, καθώς και θαλάμους που διατηρούν απλοποιημένα δείγματα αίματος που αποτελούνται από ανοσιακά κύτταρα και πλάσμα. Μέσα στους θαλάμους αυτούς, τα ανοσιακά κύτταρα και το πλάσμα αλληλεπιδρούν με την ώση, αλλάζοντας τη ροή της από το ένα άκρο στο άλλο. Η αλλαγή της ηλεκτρικής δραστηριότητας σχετίζεται άμεσα με την υγεία του δείγματος.

Ουσιασικά, ο σκοπός είναι να ασκηθεί στρες στο δείγμα τόσο υγιών όσο και ασθενών με τη χρήση αλατιού, και στη συνέχεια να συγκριθεί ο τρόπος που επηρεάζεται η ηλεκτρική ώση σε κάθε δείγμα. Οι αλλαγές των ηλεκτρικών ώσεων αντιπροσωπεύουν ουσιασικά αλλαγές στο κύτταρο.Οι μεγάλες αλλαγές είναι κάτι μη επιθυμητό καθώς δείχνουν ότι τα κύτταρα και το πλάσμα δεν μπορούν να ανταποκριθούν στο έντρονο στρες. Όλα τα δείγματα των ασθενών με σύνδρομο χρόνιας κόπωσης σημείωσαν μία σαφή αύξηση κατά την εξέταση, ενώ αυτά των υγιών εθελοντών παρουσίασαν μικρές μόνο διαφοροποιήσεις.

«Δεν γνωρίζουμε αρκιβώς γιατί τα κύτταρα και το πλάσμα αντιδρούν με αυτό τον τρόπο», είπε ο Ντέιβις. «Ωστόσο υπάρχουν πλέον επιστημονικά δεοδμένα ότι η νόσος είναι πραγματική. Παρατηρούμε ξεκάθαρα μία διαφορά στον τρόπο που αντιμετωπίζουν το στρες τα κύτταρα των ασθενών και τα κύτταρα των υγιών εθελοντών». Ο Εσφαντιάρπουρ και ο Ντέιβις εξετάζουν σήμερα τις παρατηρήσεις τους σε ένα μεγαλύτερο δείγμα εθελοντών.

Διπλή Χρησιμότητα

Όπως προαναφέρθηκε, εκτός από τη διάγνωση του συνδρόμου χρόνιας κόπωσης, οι ερευνητές χρησιμοποιούν την εξέταση και για να εκτιμήσουν την αποτελεσματικότητα νέων φαρμάκων, καθώς οι θεραπευτικές επιλογές για τη νόσο είναι σήμερα περιορισμένες. «Χρησιμοποιώντας τη νανοηλεκτρονική ανάλυση, μπορούμε να προσθέσουμε ελεγχόμενες δόσεις αρκετών δυνητικά θεραπευτικών φαρμάκων στα δείγματα αίματος των ασθενών και να εκτιμήσουμε την αποτελεσματικότηά τους», είπε ο Εσφαντιάρπουρ.

Αν σνεχίζεται να παρατηρείται αύξηση στην ηλεκτρική δραστηριότητα παρά την έκθεση στο φάρμακο, τότε αυτό μάλλον δεν είναι αποτελεσματικό. Αν ωστόσο, το φάρμακο καταφέρει να περιορίσει την αύξηση της ηλεκτρικής δραστηριότητας, αυτό πιθανώς σημαίνει ότι βοηθά τα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος και το πλάσμα να αντιμετωπίσουν καλύτερα το στρες. Οι επιστήμονες έχουν ήδη ανακαλύψει ένα φάρμακο που πιθανώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη θεραπεία του συνδρόμου χρόνιας κόπωσης και ελπίζουν να εξετάσουν την αποτελεσματικότητά του σε μία κλινική δοκιμή σύντομα.

Τα φάρμακα που εξετάζονται έχουν ήδη εγκριθεί ως προς την ασφάλειά τους για άλλες παθήσεις, επομένως αν βρεθεί κάποιο αποτελεσματικό φάρμακο, θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί άμεσα στη θεραπεία της νόσου.