Μία εξέταση αίματος μπορεί να ανιχνεύσει τις πρωτεΐνες στον εγκέφαλο των ασθενών με νόσο Alzheimer σχεδόν 20 χρόνια πριν εμφανιστούν συμπτώματα, όπως έδειξε μία νέα έρευνα. Η εξέταση αυτή ήταν ικανή να ανιχνεύσει τις πρωτεΐνες β-αμυλοειδούς με μεγαλύτερη ευαισθησία σε σχέση με την εξέταση PET που χρησιμοποιείται σήμερα για τον ίδιο σκοπό.

Η έρευνα έγινε από επιστήμονες στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον και δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Neurology.

Επικεφαλής της έρευνας ήταν η Δρ Σουζάν Σίντλερ, αναπληρώτρια καθηγήτρια νευρολογίας, η οποία είχε αναπτύξει μία πρώιμη μορφή της εξέτασης πριν από δύο χρόνια.

Η εξέταση χρησιμοποιεί φασματομετρία μάζας για να ανιχνεύσει την παρουσία δύο μορφών του β-αμυλοειδούς: το β-αμυλοειδές 42 και το β-αμυλοειδές 40. Όταν αρχίζουν να συσσωρεύονται εναποθέσεις β-αμυλοειδούς στον εγκέφαλο, η αναλογία ανάμεσα στις δύο παραπάνω μορφές μειώνεται. Η εξέταση αίματος είναι ικανή να ανιχνεύσει τη μεταβολή αυτή.

Στην έρευνα έλαβαν μέρος 158 ενήλικες ηλικίας 50 ετών και άνω εκ των οποίων οι 40 είχαν φυσιολογικές γνωστικές λειτουργίες. Κάθε ασθενής έκανε εξετάσεις αίματος και εξέταση PET. Η ομάδα προσδιόρισε κάθε μία από τις παραπάνω εξετάσεις ως θετική ή αρνητική και στο 88% των περιπτώσεων υπήρχε συμφωνία ανάμεσα στις δύο.

Οι επιστήμονες ήθελαν ωστόσο να εξετάσουν περισσότερο την ακρίβεια της εξέτασης και για το λόγο αυτό έκαναν περαιτέρω αναλύσεις.

Συγκεκριμένα εξέτασαν τους μείζονες παράγοντες κινδύνου για τη νόσο Alzheimer, όπως η ηλικία, η παρουσία γονιδίων που αυξάνουν τον κίνδυνο της νόσου και το φύλο. Το φύλο δεν επηρεάζε την ακρίβεια των αποτελεσμάτων, ωστόσο οι άλλοι δύο παράγοντες βελτίωναν σημαντικά την τελευταία.

Όταν η ερευνητική ομάδα εξέτασε συνολικά την ηλικία και την παρουσία του γονιδιακού αλληλομόρφου, η ακρίβεια της νέας εξέτασης αίματος έφτασε το 94%.

Η Έγκαιρη Διάγνωση έχει Ιδιαίτερη Σημασία στη Νόσο Alzheimer

Οι ερευνητές θεώρησαν κάποιες εξετάσεις αίματος ως ψευδώς θετικές, καθώς οι αντίστοιχες εξετάσεις PET ήταν αρνητικές, επομένως δεν υπήρχε ταύτιση στα δύο αποτελέσματα.

Όταν, ωστόσο, έκαναν εκ νέου εξετάσεις στους ίδιους ασθενείς μερικά χρόνια αργότερα, διαπίστωσαν ότι οι ασθενείς αυτοί είχαν θετικές εξετάσεις στα PΕΤ scan. Το γεγονός αυτό πρακτικά δείχνει ότι η εξέταση αίματος ήταν πιο ακριβής στην ανίχνευση της νόσου στα πρώιμα στάδια σε σχέση με την εξέταση PET.

Η νόσος Alzheimer είναι μία ανίατη και προοδευτικά επιδεινούμενη εγκεφαλική νόσος που προκαλεί διαταραχές στη μνήμη, οι οποίες σταδιακά επιδεινώνονται. Συχνά παρατηρείται επίσης και έκπτωση της σκέψης.

Οι ασθενείς που πάσχουν από τη νόσο τελικά χάνουν την ικανότητα να επιτελούν καθηερινές δραστηριότητες, με τη νόσο να αποτελεί σήμερα την 6η αιτία θανάτου παγκοσμίως.

Η νόσος Alzheimer εμφανίζεται ως αποτέλεσμα προοδευτικών βλαβών στον εγκέφαλο. Πριν από την εμφάνιση των συμπτωμάτων, συσσωρεύονται στον εγκέφαλο παθολογικές πρωτεΐνες οι οποίες σχηματίζουν πλάκες β-αμυλοειδούς και νευροϊνιδιακά πλέγματα, δομές οι οποίες προκαλούν σοβαρές βλάβες στους νευρώνες.

Σταδιακά, οι τελευταίοι χάνουν τις συνδέσεις μεταξύ τους και τελικά καταστρέφονται.

Ένα από τα πρώιμα συμπτώματα της νόσου Alzheimer είναι οι διαταραχές της μνήμης που παρεμβαίνουν στην εκτέλεση καθημερινών εργασιών. Συχνά, οι ασθενείς με νόσο Alzheimer παρουσιάζουν επίσης κινητικά προβλήματα ή διαταρχές της όσφρησης.

Καθώς η πορεία της νόσου συνεχίζεται, οι διαταραχές της μνήμης γίνονται σοβαρότερες. Παρατηρείται επίσης έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών και ο ασθενής παρουσιάζει αλλαγές στον προσωπικότητα και τη συμπεριφορά.

Δυνατότητα για Νέες Θεραπείες

Ο στόχος της θεραπείας είναι να διατηρηθούν οι γνωστικές λειτουργίες και να προσαρμοστεί η συμπεριφορά, ωστόσο αυτή τη στιγμή διεξάγονται αρκετές έρευνες που αναζητούν καλύτερες θεραπείες που μπορούν να επιβραδύνουν την πορεία της νόσου πιο αποτελεσματικά.

Η έγκαιρη διάγνωση είναι επίσης σημαντικός παράγοντας, καθώς η θεραπεία είναι πιο αποτελεσματική εφόσον χορηγηθεί εγκαίρως.

«Σήμερα εξετάζουμε τους ασθενείς για τις κλινικές δοκιμές με απεικονιστικές εξετάσεις του εγκεφάλου, κάτι που χρειάζεται πολύ χρόνο και έχει μεγάλο κόστος, επομένως χρειάζεται αρκετός καιρός για να βρούμε τους κατάλληλους ασθενείς», είπε ο Ράνταλ Μπέιτμαν, καθηγητής νευρολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον.

«Με μία εξέταση αίματος, ωστόσο, θα μπορούμε να εξετάσουμε χιλιάδες ασθενείς κάθε μήνα. Αυτό σημαίνει ότι θα μπορούμε να βρούμε ευκολότερα εθελοντές για την κλινικές δοκιμές, γεγονός που θα επιταχύνει σημαντικά τη διαδικασία ανάπτυξης νέων θεραπειών», κατέληξε ο ίδιος.