Το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης αποτελεί μία σύνθετη, εξουθενωτική νόσο. Το κυριότερο σύμπτωμα της νόσου είναι ένα αίσθημα κόπωσης διάρκειας 6 μηνών που δεν υποχωρεί με την ξεκούραση. Άλλα συμπτώματα περιλαμβάνουν άλγος στις αρθρώσεις, μυαλγίες, διαταραχές του ύπνου, ευαισθησία στους λεμφαδένες, πονόλαιμο, κεφαλαλγίες, γαστρεντερικά προβλήματα καθώς και διαταραχές στη σκέψη και τις γνωστικές λειτουργίες.

Τα αίτια της νόσου είναι άγνωστα σήμερα. Συχνά ξεκινά με συμπτώματα που ομοιάζουν γρίπη. Διάφορες έρευνες έχουν δείξει ότι λοιμώξεις, το στρες ή αλλαγές στο ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί να εμπλέκονται στην εμφάνιση της νόσου.

Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του συνδρόμου χρόνιας κόπωσης είναι ότι τα συμπτώματά του παρουσιάζουν επιδείνωση μέσα σε 12-24 ώρες μετά από σωματική ή πνευματική κόπωση. Όταν καταναλώνεται φυσική ή πνευματική ενέργεια, τα κύτταρα καταναλώνουν ATP, ένα μικρό μόριο που παρέχει ενέργεια στα κύτταρα έτσι ώστε να μπορέσουν να επιτελέσουν τις διάφορες λειτουργίες τους. Ορισμένες έρευνες έχουν διαπιστώσει ότι η δυνατότητα να χρησιμοποιείται το ATP από τα κύτταρα μπορεί να εκπίπτει στους ασθενείς με σύνδρομο χρόνιας κόπωσης.

Σήμερα δεν υπάρχει ειδική διαγνωστική εξέταση για το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης. Θέλοντας να εξετάσουν αν μπορούν να χρησιμοποιήσουν την κατανάλωση του ATP ως διαγνωστικό κριτήριο για την ταυτοποίηση των ασθενών με σύνδρομο χρόνιας κόπωσης, μία ομάδα ερευνητών με επικεφαλής τον Δρ Ρον Ντέιβις από το Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ ανέπτυξαν μία τεχνική την οποία ονόμασαν ‘nanoelextronics assay’ η οποία μπορεί να υπολογίσει την ηλεκτρική απόκριση των κυττάρων σε πραγματικό χρόνο. Τα αποτελέσματα της μελέτης δημοσιεύτηκαν στο Proceedings of the National Academy of Sciences.

Οι ερευνητές εξέτασαν μονοπύρηνα κύτταρα στο περιφερικό αίμα (PBMCs), ένα είδος ανοσιακών κυττάρων που μπορεί να απομονωθεί εύκολα από τα δείγματα αίματος. Συνέκριναν τα PBMCs 20 ασθενών με σύνδρομο χρόνιας κόπωσης με αυτά 20 υγιών εθελοντών. Τοποθέτησαν τα κύτταρα σε ένα περιβάλλον με υψηλή περιεκτικότητα σε αλάτι, το οποίο προκαλεί συνήθως αυξημένη χρησιμοποίηση του ATP από τα κύτταρα.

Τα κύτταρα των υγιών εθελοντών παρουσίασαν μία μικρή διάρκεια ηλεκτρικών αλλαγών όταν εκτέθηκαν στα υψηλά επίπεδα αλατιού, ωστόσο επέστρεψαν στη φυσιολογική κατάσταση σε μικρό χρονικό διάστημα. Τα κύτταρα των 10 ασθενών με σύνδρομο χρόνιας κόπωσης, εν αντιθέσει, παρουσίασαν σημαντικές ηλεκτρικές αλλαγές για μεγάλη διάρκεια. Αυτό δείχνει ότι τα υγιή κύτταρα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά το περιβάλλον με υψηλή περιεκτικότητα σε αλάτι.

Τα κύτταρα από τους ασθενείς με τις σοβαρότερες μορφές του συνδρόμου παρουσίασαν τις μεγαλύτερες αλλαγές, ενώ οι μικρότερες αλλαγές παρατηρήθηκαν στους υγιείς εθελοντές. Τα αποτελέσματα αυτά δείχνουν ότι οι αλλαγές που παρατηρούνται στην εξέταση αυτή μπορεί να αποτυπώνουν επίσης τη σοβαρότητα της νόσου.

Η ομάδα βελτιστοποίησε επίσης την εξέταση για διαγνωστική χρήση συγκρίνοντας ανοσιακά κύτταρα που είχαν αφαιρεθεί από το πλάσμα του αίματος, το σύνολο του αίματος και τον ορό. Η εξέταση στο πλάσμα του αίματος είχε τα πιο ακριβή αποτελέσματα.

«Δεν γνωρίζουμε ακριβώς γιατί τα κύτταρα και το πλάσμα συμπεριφέρονται με αυτό τον τρόπο», είπε ο Ντέιβις. «Ωστόσο, υπάρχουν πλέον επιστημονικά δεδομένα που δείχνουν ότι το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης αποτελεί μία πραγματική νόσο. Υπάρχει εμφανής διαφορά ανάμεσα στον τρόπο που αντιδρούν στο στρες τα κύτταρα των υγιών εθελοντών και αυτά των ασθενών με σύνδρομο χρόνιας κόπωσης».

Εκτός από τη διάγνωση της νόσου, η εξέταση αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να εκτιμήσει την αποτελεσματικότητα της θεραπείας. Ωστόσο, χρειάζεται να γίνουν περισσότερες έρευνες για να επιβεβαιώσουν τα παραπάνω ευρήματα και να διασφαλίσουν ότι η εξέταση είναι ειδική για το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης, μέχρι να μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην κλινική πράξη.

Βιβλιογραφία: NIH