Η υπόθεση ότι τα μικρόβια εμπλέκονται στην παθολογία της νόσου Alzheimer ενισχύεται συνεχώς από όλο και περισσότερα δεδομένα. Μία έρευνα που δημοσιεύτηκε στις 21 Ιουνίου στο Neuron, διαπίστωσε ότι ορισμένα είδη ερπητοϊών προάγουν τις σύνθετες διαδικασίες που ευθύνονται για την εμφάνιση της νόσου. Η έρευνα καταδεικνύει τους ιούς αυτούς ως πιθανούς «συνεργούς» που ευθύνονται για την πορεία τους νόσου. Από τα δεδομένα, ωστόσο, δεν φαίνεται ότι η μετάδοση των ιών μέσω της καθημερινής επαφής μπορεί να προκαλέσει εμφάνιση της νόσου.

Η ερευνητική κοινότητα αναζητεί εδώ και καιρό νέες προσεγγίσεις σχετικά με την παθολογία της νόσου Alzheimer, καθώς δεκάδες έρευνες και εκατοντάδες αποτυχημένες κλινικές δοκιμές έχουν καταλήξει σε ακόμα περισσότερες διαφωνίες σχετικά με τη βιολογία της. Επιπλέον, δεν έχει ανακαλυφθεί ακόμα κάποια θεραπεία ικανή να τροποποιήσει την πορεία της σοβαρής αυτής νόσου. Η θεωρία ότι τα συμπτώματα της νόσου προκαλούνται από συσσώρευση των πλακών β αμυλοειδούς στον εγκέφαλο, δεν κατάφερε να οδηγήσει σε αποτελεσματικά φάρμακα, καθώς οι κλινικές δοκιμές με φάρμακα που σκοπό είχαν να απομακρύνουν τις πλάκες αυτές, δεν είχαν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Αρκετοί ερευνητές αναζήτησαν εναλλακτικά αίτια και ορισμένοι από αυτούς κατέληξαν στα μικρόβια. Το Μάρτιο του 2016 στο Journal of Alzheimer’s Disease, 33 επιστήμονες δημοσίευσαν μία μελέτη που σκοπό είχε να παροτρύνει την ερευνητική κοινότητα να εξετάσει αν διάφορα παθογόνα μπορεί να εμπλέκονται στην παθολογία της νόσου Alzheimer.

Ο Joel Dudley, ένας γενετιστής από το Icahn School of Medicine, δεν είχε σκοπό να εξερευνήσει την παραπάνω θεωρία όταν η ομάδα του ξεκίνησε την έρευνά της. Το 2013 ο στόχος τους ήταν να ταυτοποιήσουν νέους πιθανούς στόχους φαρμάκων για τη νόσο Alzheimer, εξετάζοντας τις μοριακές αλλαγές που συμβαίνουν στον εγκέφαλο κατά τη νόσο.

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δεδομένα από 876 εγκεφάλους. Ορισμένοι από αυτούς ήταν υγιείς, άλλοι είχαν νόσο Alzheimer σε πρώιμα στάδια και άλλοι σε προχωρημένα. Χρησιμοποίησαν τεχνικές ανάλυσης της αλληλουχίας του DNA και του RNA για να ανιχνεύσουν γενετικές διαφορές μεταξύ των ομάδων καθώς και διαφορές στον τρόπο με τον οποίο τα γονίδια εκφράζονται ή μεταγράφονται σε RNA. Στο σημείο αυτό ξεκίνησαν να εμφανίζονται περίεργα αποτελέσματα. «Παρατηρούσαμε συνεχώς στοιχεία που παρέπεμπαν σε βιολογία ιών», είπε ο Dudley.

Η ομάδα παρατήρησε ότι τα επίπεδα ιικού DNA ήταν αυξημένα στους εγκεφάλους ασθενών με νόσο Alzheimer σε σχέση με τους υγιείς. Συγκεκριμένα, παρατηρήθηκαν υψηλά επίπεδα DNA του ανθρώπινου ερπητοϊου 6A (HHV-6A). Τα επίπεδα RNA τόσο του HHV-6A όσο και του HHV-7 ήταν επίσης αυξημένα στους εγκεφάλους με νόσο Alzheimer. Τα επίπεδα του ιικού RNA ήταν ανάλογα με τη σοβαρότητα των κλινικών συμπτωμάτων. Ο ιός HHV-6A συνήθως δεν προκαλεί συμπτώματα και επηρεάζει άτομα μεγάλης ηλικίας. Ο ιός HHV-7 επηρεάζει συνήθως παιδιά και προκαλεί την εμφάνιση ενός εξανθήματος.

Στη συνέχεια, οι ερευνητές προσπάθησαν να διαπιστώσουν αν οι ιοί εμπλέκονται στην πορεία της νόσου Alzheimer, αν απλά συνυπάρχουν με αυτή ή αν αποτελούν συνέπειά της. Μπορεί, για παράδειγμα, οι ασθενείς με νόσο Alzheimer να ήταν πιο ευάλωτοι σε ιογενείς λοιμώξεις. Για να διερευνήσουν τις παραπάνω υποθέσεις, οι ερευνητές δημιούργησαν το αντίστοιχο ενός βιολογικού κοινωνικού δικτύου για να παρατρήσουν πώς αλληλεπιδρούν τα διάφορα μοριακά και γενετικά σήματα. Διαπίστωσαν ότι τα γονίδια των ιών επηρεάζαν άλλα γνωστά γονίδια και μόρια που συνδέονται με τη νόσο Alzheimer, γεγονός που αποδεικνύει ότι αυτοί εμπλέκονται, σε κάποιο βαθμό, στην πορεία της νόσου. «Ήταν πραγματικά εκπληκτικό», είπε ο Sam Gandy, ένας από τους συγγραφείς της μελέτης. «Οι ιοί φαίνεται να επηρεάζουν τα δίκτυα που συνδέονται με τα γονίδια της νόσου Alzheimer». Οι ερευνητές ταυτοποίησαν επίσης ένα microRNA, ένα μικρό μόριο που τυπικά απενεργοποιεί την έκφραση ορισμένων γονιδίων, το οποίο είχε κατασταλεί από τον ιό HHV-6A στους εγκεφάλους των ασθενών με νόσο Alzheimer. Στη συνέχεια, παρατήρησαν ότι γενετικά τροποποιημένα ποντίκια με ανεπάρκεια στο microRNA αυτό, είχαν μεγαλύτερες και περισσότερες πλάκες αμυλοειδούς στους εγκεφάλους τους σε σχέση με τα ποντίκια που είχαν φυσιολογικά επίπεδα microRNA.

Η ερευνητική κοινότητα που εξετάζει τη νόσο Alzheimer, ωστόσο, παραμένει σκεπτική αναφορικά με τα παραπάνω ευρήματα. «Ο πιθανός ρόλος των μικροβίων και των ιών στη νόσο Alzheimer μελετάται εδώ και δεκαετίες, ωστόσο καμία έρευνα μέχρι σήμερα δεν είχε εξηγήσει πώς τα παραπάνω μπορεί να συνδέονται. Αυτή είναι η πρώτη έρευνα που προσφέρει στοιχεία τα οποία βασίζονται σε εκτενή δεδομένα που υποστηρίζουν την υπόθεση αυτή», είπε ο Keith Fargo, διευθυντής του επιστημονικού προγράμματος Alzheimer’s Association. «Χρειάζονται, ωστόσο, περισσότερες έρευνες για να διαπιστωθεί ο ακριβής ρόλος που παίζουν οι ιοί. Τα παραπάνω ευρήματα δεν αποτελούν απόδειξη ότι οι ιοί προκαλούν την εμφάνιση ή συμβάλλουν στην πορεία της νόσου Alzheimer», συμπλήρωσε.

Τόσο ο Gandy όσο και ο Dudley δεν πιστεύουν ότι η νόσος Alzheimer αποτελεί λοιμώδες νόσημα που μπορεί να μεταδοθεί όπως το κοινό κρυολόγημα. «Αυτό που πιστεύω είναι ότι σε γενετικά ή φυσιολογικά ευπαθή άτομα, ο ιός δρα σαν ένας αγωνιστής της νόσου», είπε ο Dudley. Προφανώς εμπλέκεται ένας μεγάλος αριθμός παραγόντων, με τους ιούς να αποτελούν ένα μικρό μόνο κομμάτι του παζλ. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν αντισώματα για τον HHV-7 γεγονός που δείχνει ότι έχουν μολυνθεί με τον ιό, ωστόσο ελάχιστοι από αυτούς παρουσιάζουν νόσο Alzheimer. Πρόσφατα δεδομένα έχουν ενοχοποιήσει επίσης διάφορους ιούς στην παθολογία της νόσου του Parkinson αλλά και της αμυοτροφικής πλευρικής σκλήρυνσης (ALS). Ωστόσο, ακόμα και αν οι ιοί απλώς συνοδεύουν την πορεία της νόσου, η ανακάλυψη αυτή θα ανοίξει νέους δρόμους για τη διάγνωση και θεραπεία της νόσου Alzheimer. Ίσως είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν ορισμένοι βιολογικοί δείκτες ιών για να ταυτοποιηθούν τα άτομα που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου. Τα αντιιικά φάρμακα μπορεί επίσης να διερευνηθούν ως πιθανή προληπτική θεραπεία. Το Φεβρουάριο του 2018, μία ομάδα ερευνητών από την Ταϊβάν, ανέφερε ότι οι ασθενείς που είχαν μολυνθεί με τον ιό του απλού έρπητα 1 (HSV-1) είχαν 90% μειωμένη πιθανότητα να παρουσιάσουν άνοια στην τρίτη ηλικία αν είχαν λάβει αντιιική θεραπεία σε σχέση με αυτούς που δεν είχαν λάβει.

Ο ιός HSV-1 είναι διαφορετικός από τον HHV-6 και τον HHV-7, ωστόσο η ομάδα του Dudley διαπίστωσε επίσης ότι οι εγκέφαλοι των ασθενών με νόσο Alzheimer είχαν αυξημένα επίπεδα γενετικού υλικού που συνδέεται με τον HSV-1 σε σχέση με τους υγιείς. Ορισμένες ακόμα έρευνες έχουν συνδέσει τον HSV-1 με τη νόσο Alzheimer, ενώ κάποιες έχουν ενοχοποιήσει και ορισμένα βακτήρια, μεταξύ των οποίων τα βακτήρια που προκαλούν πνευμονία αλλά και οι σπειροχαίτες που προκαλούν νόσο Lyme.

Μία σειρά ερευνών, επικεφαλής των οποίων ήταν ο νευρολόγος Robert Moir, πρότεινε μία θεωρία με την οποία συνδέονται τα παραπάνω ευρήματα: Οι πρωτεΐνες β αμυλοειδούς συσσωρεύονται στον εγκέφαλο ως συνέπεια μίας ανοσιακής απόκρισης σε έναν τραυματισμό ή ορισμένα παθογόνα. Σε μία μελέτη που δημοσιεύτηκε στις 21 Ιουνίου, επίσης στο Neuron, ο Moir και οι συνεργάτες του ανέφεραν ότι τα πεπτίδια του β αμυλοειδούς προσδένονται και παγιδεύουν τον HSV-1 και τον HHV-6, βοηθώντας στην πρόληψη της λοίμωξης. Τα ποντίκια που είχαν μολυνθεί με αυτούς τους ερπητοϊούς συσσώρευσαν επίσης ταχέως πλάκες β αμυλοειδούς. Η θεωρία τους υποστηρίζει ότι, όταν συσσωρευτούν αρκετές πλάκες β αμυλοειδούς κατά τη διάρκεια μίας λοίμωξης, προκαλούν φλεγμονή και άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως το σχηματισμό συμπλεγμάτων Τ τα οποία καταστρέφουν τους νευρώνες. Οι πλάκες σηματοδοτούν επίσης στα ανοσιακά κύτταρα του εγκεφάλου, τα μικρογλοία, ότι κάτι δεν λειτουργεί σωστά. Τα μικρογλοία στη συνέχεια εκκινούν μία απόκριση η οποία καταστρέφει ακόμα περισσότερους νευρώνες. Το τελικό αποτέλεσμα της διαδικασία αυτής, η οποία ξεκίνησς ως μία προστατευτική απόκριση σε μία μικροβιακή λοίμωξη, μπορεί να είναι η νόσος Alzheimer.

Η ισχυροποίηση των δεδομένων αναφορικά με αυτή τη θεωρία, ωστόσο, έχει μεγάλες δυσκολίες. Η κυριότερη είναι ο μεγάλος σκεπτικισμός με τον οποίο αντιμετωπίζεται αυτή από την ερευνητική κοινότητα της νόσου Alzheimer. Ο Dudley δηλώνει, ωστόσο, ότι δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τα δεδομένα και κατά συνέπεια θα συνεχίσει να διερευνεί τη συγκεκριμένη κατεύθυνση.

Βιβλιογραφία: Scientific American