Η υψηλή κατανάλωση γλουτένης στις μικρές ηλικίες σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο κοιλιοκάκης και της σχετιζόμενης με αυτή αυτοανοσίας, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας. Όπως δήλωσε ο επικεφαλής της μελέτης, Δρ Καρλ Μαρίλντ, τα παιδιά ηλικίας 1 έτους που έκαναν την υψηλότερη κατανάλωση γλουτένης είχαν σχεδόν διπλάσιο κίνδυνο να παρουσιάσουν CDA (celiac disease autoimmunity), ένα δυνητικά πρόδρομο στάδιο της κοιλιοκάκης.

«Προσωπικά θεωρώ μεγάλη έκπληξη την ισχύ της παραπάνω σύνδεσης, ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε τις μεγάλες ποσότητες γλουτένης που περιέχονται στην τυπική μας διατροφή», δήλωσε ο ίδιος.

Η γλουτένη είναι η ουσία που ενοχοποιείται με την παθολογία της κοιλιοκάκης, ωστόσο δεν είναι γνωστό αν η ποσόσητα της γλουτένης στη διατροφή μπορεί να επηρεάσει τον κίνδυνο εμφάνισης κοιλιοκάκης ή CDA αργότερα.

Με σκοπό να διερευνήσουν την παραπάνω σύνδεση, ο Δρ Μαρίλντ και η ομάδα του χρησιμοποίησαν δεδομένα από 1875 εθελοντές που είχαν λάβει μέρος στη μελέτη DAISY (Diabetes Autoimmunity Study in the Young). Συγκριτικά με τα παιδιά ενός έτους που έκαναν τη χαμηλότερη κατανάλωση γλουτένης, αυτά που έκαναν την υψηλότερη κατανάλωση είχαν 96% αυξημένο κίνδυνο κοιλιοκάκης και 2.17 φορές αυξημένο κίνδυνο CDA.

Η σύνδεση ανάμεσα στην πρόσληψη γλουτένης στα παιδιά 1 έτους και την εμφάνιση κοιλιοκάκης ή CDA αργότερα δεν παρουσίασε διαφοροποίηση ανάλογα με τον HLA γενότυπο ή το οικογενειακό ιστορικό κοιλιοκάκης των παιδιών, όπως ανέφεραν οι ερευνητές στο The American Journal of Gastroenterology.

Η συχνότητα της κοιλιοκάκης ήταν ανάλογη με την αθροιστική πρόσληψη γλουτένης σε όλη την παιδική ηλικία, ενώ δεν παρατηρήθηκε το ίδιο για τον κίνδυνο CDA.

«Αν και η ισχύς της σύνδεσης για την κοιλιοκάκη και την CDA ήταν παρόμοιες, μόνο για την τελευταία θεωρήθηκε στατιστικώς σημαντική», είπε ο Δρ Μαρίλντ. «Ωστόσο, αν τα ευρήματά μας επιβεβαιωθούν, θα έχουμε αρκετές πληροφορίες σχετικά με τις πολυπαραγοντική αιτιολογία της νόσου».

«Πρέπει να τονιστεί επίσης ότι η έρευνά μας ήταν μία έρευνα παρατήρησης, επομένως τα αποτελέσματά της δεν αποδεικνύουν σχέση αιτίας-αποτελέσματος. Άρα προς το παρόν δεν χρειάζεται να αλλάξουν οι οδηγίες διατροφής για τα παιδιά αυτής της ηλικίας», συμπλήρωσε.

«Η έρευνά μας εξέτασε μόνο παιδιά από το Ντένβερ με αυξημένο γενετικό κίνδυνο, επομένως οι παρατηρήσεις της μπορεί να μην αφορούν και άλλους πληθυσμούς. Στο παρελθόν είχαν γίνει ελάχιστες έρευνες σε αυτό το πεδίο και οι περισσότερες είχαν καταλήξει σε διφορούμενα αποτελέσματα», κατέληξε ο Δρ Μαρίλντ.

Βιβλιογραφία: Medscape

Φωτογραφία: Scientific Animations