Τα χαμηλά επίπεδα της βιταμίνης D σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο πτώσεων, διαταραχές του ύπνου και κατάθλιψη στους ασθενείς με νόσο του Parkinson, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας.

Οι παρατηρήσεις της δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Acta Neurologica Scandinavia.

Η ανεπάρκεια βιταμίνης D και η χαμηλή οστική πυκνότητα είναι συχνά στους ασθενείς με νόσο του Parkinson. Μία έρευνα διαπίστωσε μάλιστα ότι τα χαμηλά επίπεδα της βιταμίνης D παρατηρούνται συχνότερα στους ασθενείς με νόσο του Parkinson (55%) σε σχέση με άλλους πληθυσμούς ασθενών, όπως για παράδειγμα αυτοί που πάσχουν από νόσο Alzheimer (41%).

Ωστόσο, η σύνδεση ανάμεσα στα χαμηλά επίπεδα της βιταμίνης D και τη νόσο του Parkinson συνεχίζει να αποτελεί αντικείμενο αντιπαραθέσεων. Ορισμένες έρευνες έχουν δείξει ότι η χορήγηση συμπληρωμάτων βιταμίνης D3 μπορεί να ανακόψει την πορεία της νόσου, ενώ άλλες διαπίστωσαν ότι δεν επηρεάζει τον κίνδυνο εμφάνισης νόσου του Parkinson.

Ωστόσο, οι περισσότερες έρευνες έχουν εστιάσει σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της νόσου χωρίς να εξετάσουν σημαντικά τελικά σημεία, όπως για παράδειγμα τα μη κινητικά συμπτώματα.

Η βιταμίνη D παίζει σημαντικό ρόλο στην υγεία των οστών, καθώς ενισχύει την απορρόφηση ασβεστίου και την εναπόθεση μετάλλων. Αποκλείει επίσης την απελευθέρωση της παραθυρεοειδούς ορμόνης, μίας ορμόνης που ενισχύει την επαναρρόφηση οστικού ιστού και οδηγεί σε λέπτυνση των οστών.

Ορισμένες έρευνες έχουν δείξει ότι η ανεπάρκεια βιταμίνης D αυξάνει τον κίνδυνο πτώσεων και καταγμάτων στους ασθενείς με νόσο του Parkinson, γεγονός που οδηγεί συχνά σε νοσηλείες ή ακόμα και απειλητική για τη ζωή αναπηρία. Τα επίπεδα της βιταμίνης έχουν σχετιστεί επίσης με τις γνωστικές λειτουργίες και τη διάθεση, καθώς και μία σειρά επιπλοκές από το στόμαχο, στους ασθενείς με τη νόσο.

Αν και φαίνεται ότι η ανεπάρκεια της βιταμίνης D επηρεάζει αρκετά συμπτώματα που σχετίζονται με τη νόσο του Parkinson, η σύνδεση ανάμεσα στη νόσο και τη βιταμίνη είναι ακόμα ασαφής.

Θέλοντας να εξερευνήσουν περισσότερο τη σύνδεση αυτή, μία ομάδα ερευνητών από το Πανεπιστήμιο Soochow στην Κίνα, εξέτασε αν τα επίπεδα της βιταμίνης D σχετίζονται με την οστική πυκνότητα και τα μη κινητικά συμπτώματα στους ασθενείς με νόσο του Parkinson.

Οι επιστήμονες υπολόγισαν τα επίπεδα της 25-υδροξυβιταμίνης D ή 25(ΟΗ)D και στη συνέχεια έκαναν λεπτομερή κλινική εκτίμηση σε 182 ασθενείς με νόσο του Parkinson καθώς και 185 υγιείς εθελοντές (ομάδα ελέγχου).

Η οστική πυκνότητα, ένα μέτρο της οστικής μάζας και υγείας, υπολογίστηκε στο ισχίο και στο άνω άκρο του μηριαίου οστού με την εξέταση DXA, η οποία υπολογίζει την απώλεια οστικής μάζας.

Τα δεδομένα έδειξαν ότι οι ασθενείς με νόσο του Parkinson είχαν σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα βιταμίνης D στο αίμα σε σχέση με την ομάδα ελέγχου (49.75 έναντι 43.40).

Τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D (κάτω από 50) ήταν επίσης πιο συχνά στους ασθενείς με νόσο του Parkinson (68.68%) σε σχέση με την ομάδα ελέγχου (54.05%).

Οι ασθενείς με χαμηλή βιταμίνη D είχαν επίσης αυξημένο κίνδυνο πτώσεων και υψηλότερα ποσοστά διαταραχών του ύπνου, όπως για παράδειγμα η δυσκολία στην έλευση του ύπνου (αϋπνία), καθώς και αυξημένα ποσοστά κατάθλιψης και διαταραχών που σχετίζονται με το άγχος.

Η οστική πυκνότητα τόσο στο ισχίο όσο και στο μηριαίο ήταν χαμηλότερη στους ασθενείς με νόσο του Parkinson, ωστόσο δεν παρατηρήθηκε σύνδεση ανάμεσα στα επίπεδα της και τη βιταμίνη D.

«Συνολικά, τα αποτελέσματα αυτά δείχνουν ότι η ανεπάρκεια βιταμίνης D μπορεί να παίζει ρόλο στην παθογένεια της νόσου του Parkinson. Φαίνεται επίσης ότι τα συμπληρώματα βιταμίνης D έχουν χρησιμότητα στην αντιμετώπιση των μη κινητικών συμπτωμάτων της νόσου», τόνισαν οι ερευνητές.

«Καθώς διάφορα μη κινητικά συμπτώματα επιβαρύνουν την ποιότητα ζωής των ασθενών με νόσο του Parkinson, η βιταμίνη D μπορεί να αποτελεί μία συμπληρωματική θεραπεία για τη βελτίωση των συμπτωμάτων αυτών», είπε ο Chun Feng Liu, επικεφαλής της μελέτης.

Οι ερευνητές τόνισαν, ωστόσο, ότι τα αποτελέσματα της μελέτης τους πρέπει να επιβεβαιωθούν από έρευνες μεγαλύτερης κλίμακας.