Η συχνή χρήση υπνωτικών φαρμάκων μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο έκπτωσης των γνωστικών λειτουργιών στη μετέπειτα ζωή, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας.

Οι Γιου Λενγκ και Κριστίν Γιάφ, από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, διαπίστωσαν ότι οι ηλικιωμένοι που έπαιρναν υπνωτικά φάρμακα συχνά είχαν 40% αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν άνοια σε 15 χρόνια, σε σχέση με αυτούς που δεν έπαιρναν τα χάπια αυτά.

«Αν και δεν γνωρίζουμε τον μηχανισμό που εξηγεί την παραπάνω σύνδεση, ελπίζουμε ότι η έρευνα θα περιορίσει την συνταγογράφηση υπνωτικών σε αυτούς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο άνοιας», είπε η Λενγκ.

Τα αποτελέσματα της έρευνας παρουσιάστηκαν στο Alzheimer’s Association International Conference (AAIC) 2019.

Φάρμακα που Συνταγογραφούνται Συχνά

«Τα υπνωτικά χάπια είναι μεταξύ των πλέον συνταγογραφούμενων φαρμάκων για τους ηλικιωμένους. Μάλιστα, σχεδόν 1 στους 5 παίρνει υπνωτικά χάπια τακτικά», είπε η Λενγκ.

«Οι επιδράσεις των φαρμάκων αυτών στους ηλικιωμένους, ωστόσο, δεν έχουν διερευνηθεί επαρκώς. Οι περισσότερες προηγούμενες έρευνες είχαν εστιάσει στις βραχυπρόθεσμες επιδράσεις των φαρμάκων αυτών, όπως τον αυξημένο κίνδυνο πτώσεων ή τη βραχυπρόθεσμη απώλεια μνήμης. Οι μακροπρόθεσμες επιδράσεις των υπνωτικών στις γνωστικές λειτουργίες δεν είναι γνωστές», πρόσθεσε.

Για να εξετάσουν τη σύνδεση ανάμεσα στη χρήση υπνωτικών φαρμάκων και κινδύνου άνοιας, η Λενγκ και οι συνεργάτες της εξέτασαν 3068 εθελοντές ηλικίας 70-79 ετών χωρίς άνοια από τη μελέτη Health, Aging and Body Composition (Health ABC). Οι εθελοντές είχαν αναφέρει αν χρησιμοποιούν υπνωτικά φάρμακα ή όχι κατά τα έτη 1997-1998 και στη συνέχεια παρακολουθήθηκαν μέχρι το 2013.

Συνολικά 147 εθελοντές (4.8%) ανέφεραν ότι έπαιρναν υπνωτικά «περιστασιακά» (2-4 φορές το μήνα), ενώ 175 (5.6%) ανέφεραν ότι έπαιρναν «συχνά» (5-15 φορές το μήνα) ή «σχεδόν πάντοτε» (16-30 φορές το μήνα). Αυτοί που έπαιρναν συχνότερα υπνωτικά χάπια ήταν συνήθως γυναίκες με ιστορικό στεφανιαίας νόσου ή κατάθλιψης.

Οι ηλικιωμένοι που έπαιρναν υπνωτικά «συχνά» ή «σχεδόν πάντοτε» είχαν 43% αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν άνοια σε σχέση με αυτούς που δεν είχαν πάρει ποτέ ή έπαιρναν σπάνια υπνωτικά φάρμακα.

Οι καυκάσιοι εθελοντές είχαν μάλιστα 79% αυξημένο κίνδυνο άνοιας σε σχέση με τους εθελοντές αφρικανικής καταγωγής. Δεν παρατηρήθηκε διαφορά ανάλογα με το φύλο.

Η σύνδεση ήταν ανεξάρτητη της ηλικίας, του φύλο, του επιπέδου εκπαίδευσης, της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης, του ιστορικού καπνίσματος, της χρήσης αλκοόλ, του δείκτη μάζας σώματος, των συμπτωμάτων κατάθλιψης, της φυσικής άσκησης, των συννοσηροτήτων, του γενοτύπου APOE 4 και των διαταραχών του ύπνου.

Δεν Υπάρχει Σχέση Αιτίας-Αποτελέσματος

«Η χρήση υπνωτικών φαρμάκων μπορεί να αποτελεί παράγοντα κινδύνου για την έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών στη μετέπειτα ζωή», είπε ο Ντέιβιντ Νόπμαν, κλινικός νευρολόγος και μέλος του Alzheimer’s Association Medical and Scientific Advisory Group.

«Σε όλη τη διάρκεια ζωής μας, ο ύπνος αποτελεί ένα δείκτη της εγκεφαλικής αλλά και της γενικότερη υγείας. Ωστόσο, ακόμα διερευνάται αν ο ύπνος σχετίζεται άμεσα με τη νόσο Alzheimer μέσω της συσσώρευσης β-αμυλοειδούς και πρωτεϊνών ταυ ή αν είναι δείκτης της γενικής μη ειδικής υγείας», πρόσθεσε.

Ο ίδιος τόνισε επίσης ότι αν και η έρευνα δείχνει ότι υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στη χρήση υπνωτικών φαρμάκων και την έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών αργότερα, δεν αποδεικνύει ότι υπάρχει σχέση αιτίας-αποτελέσματος.

«Αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να αποδειχθεί σε μελλοντικές έρευνες», κατέληξε ο Νόπμαν.

Βιβλιογραφία: Medscape