Οι αλλαγές στο εντερικό μικροβίωμα των ασθενών με νόσο Alzheimer μπορεί να σχετίζονται με αυξημένες βακτηριακές ενδοτοξίνες στο αίμα. Η παρατήρηση αυτή μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη νέων θεραπειών για τη νόσο.

Στο παραπάνω συμπέρασμα κατέληξε μία έρευνα με 55 εθελοντές, η οποία έδειξε επίσης ότι υπήρχαν σημαντικές διαφορές στη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος μεταξύ των ασθενών με νόσο Alzheimer και της ομάδας ελέγχου και οι διαφορές αυτές παρέμειναν για αρκετά χρόνια.

Επιπλέον, τα δείγματα αίματος έδειξαν ότι τα επίπεδα μίας κοινής βακτηριακής τοξίνης στον ορό, ήταν υψηλότερα στους ασθενείς με νόσο Alzheimer, σε σχέση με την ομάδα ελέγχου, εύρημα το οποίο υποστηρίζει τη θεωρία για τη φλεγμονώδη αιτιολογία της νόσου.

Ωστόσο, η Νίκολα Λοπίζο, μία από τους συντελεστές της έρευνας, δήλωσε ότι αν και παρατηρούνται διαφορές στο μικροβίωμα των δύο ομάδων, δεν μπορούμε ακόμα να προσδιορίσουμε ποια επίδραση συνδέεται με την κάθε διαφορά.

«Στην πραγματικότητα, δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα για τα βακτήρια του εντέρου και τις λειτουργίες τους. Αν και κάποια από αυτά έχουν διερευνηθεί αρκετά, άλλα έχουν ανακαλυφθεί πρόσφατα και ακόμα δεν γνωρίζουμε πλήρως τις δράσεις τους», είπε.

Η Λοπίζο είπε επίσης ότι ακόμα είναι άγνωστο τι προκαλεί τις διαφορές στο εντερικό μικροβίωμα ανάμεσα σε αυτούς που πάσχουν από νόσο Alzheimer και στα άτομα της ομάδας ελέγχου. Τόνισε μάλιστα ότι ένας μεγάλος αριθμός επιστημόνων που ερευνά το εντερικό μικροβίωμα, προσπαθεί να απαντήσει το παραπάνω ερώτημα.

Ο κεντρικός ρόλος της φλεγμονής

Προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι οι αλλαγές στο εντερικό μικροβίωμα εμφανίζονται και στις νόσους του ΚΝΣ, εκτός από τις γαστρεντερικές διαταραχές.

Στην πραγματικότητα, η φλεγμονή πιστεύουμε σήμερα ότι παίζει κεντρικό ρόλο στην εμφάνιση της νόσου Alzheimer, η οποία χαρακτηρίζεται από συσσώρευση πεπτιδίων β αμυλοειδούς. Αρκετοί έχουν υποστηρίξει ότι το εντερικό μικροβίωμα μπορεί να αποτελεί αιτία της φλεγμονής αυτής.

Η υπόθεση είναι ότι οι αλλαγές του εντερικού μικροβιώματος αυξάνουν τη διαπερατότητα του εντερικού τοιχώματος, γεγονός που επιτρέπει στα βακτηριακά προϊόντα, όπως το LPS να εισέρχονται στην κυκλοφορία και να διαπερνούν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.

Με σκοπό να διερευνήσουν τη σχέση των αλλαγών στο εντερικό μικροβίωμα με τη νόσο Alzheimer, οι ερευνητές εξέτασαν 30 ασθενείς με νόσο Alzheimer που είχαν θετικές εξετάσεις για αμυλοειδές β. Συνέκριναν τα αποτελέσματα των ασθενών αυτών με 25 υγιείς ενήλικες που είχαν αρνητικές εξετάσεις για αμυλοειδές β.

Οι ερευνητές συνέλεξαν δείγματα αίματος και κοπράνων στην αρχή της έρευνας και ξανά στους 2 και 4 μήνες. Απομονώθηκε το DNA από τα δείγματα κοπράνων και καταγράφηκε η αλληλουχία του βακτηριακού 16S DNA.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα είδη Bifidobacterium, Blautia, Dialister, Subdoligranum και Citrobacter ήταν σημαντικά αυξημένα στα δείγματα των ασθενών με νόσο Alzheimer. Εν αντιθέσει, τα είδη Prevotella, Roseburia, Parasutterella, Oxalobacter και Akkermansia ήταν μειωμένα στους ασθενείς με νόσο Alzheimer.

Τα Cyanobacteria και τα Verrucomicrobia ήταν περισσότερο αυξημένα στην ομάδα ελέγχου. Τα Actinobacteria ήταν αυξημένα στους ασθενείς με νόσο Alzheimer, ενώ τα Verrucomicrobiae ήταν αυξημένα στην ομάδα ελέγχου.

Σύνθεση του εντέρου

Η σύγκριση των αποτελεσμάτων έδειξε ότι οι διαφορές αυτές παρέμειναν σταθερές σε βάθος χρόνου. Τα δείγματα αίματος αποκάλυψαν αυξημένα επίπεδα LPS στους ασθενείς με νόσο Alzheimer σε σχέση με τους υγιείς εθελοντές.

«Τα δεδομένα μας δείχνουν ότι μία συγκεκριμένη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος σχετίζεται με τη νόσο Alzheimer», είπαν οι ερευνητές. Υποστήριξαν ότι το γεγονός αυτό επηρεάζει την παθολογία της νόσου, καθώς αυξάνει τη διαπερατότητα του εντερικού τοιχώματος.

Οι ερευνητές εξετάζουν σήμερα μία σειρά προφλεγμονωδών και αντιφλεγμονωδών κυτοκινών, καθώς και μικροβιακών μεταβολιτών, αναζητώντας την αιτία των αλλαγών στη σύνθεση τουο μικροβιώματος.

Αναφορικά με τα βακτήρια και τις λειτουργίες τους, «γνωρίζουμε ότι ορισμένα βακτήρια είναι ωφέλιμα, όπως για παράδειγμα το Bifidobacterium, ενώ άλλα είναι επιβλαβή, όπως για παράδειγμα η Escherichia Coli. Ωστόσο σε είδη που θεωρούνται επιβλαβή μπορούμε να βρούμε ωφέλιμα στελέχη, όπως το E coli Nissle, και το αντίστροφο», είπε η Λοπίζο.

Επιπλέον, η σχέση μεταξύ του εντερικού μικροβιώματος και του ξενιστή είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη καθώς ένα στέλεχος που είναι ωφέλιμο για ένα άτομο, μπορεί να προκαλεί βλάβες σε ένα άλλο, συμπλήρωσε.

Ενδιαφέρον πεδίο έρευνας

Σχολιάζοντας τα ευρήματα της μελέτης, η Χέδερ Σνάιντερ, διευθύντρια επιστημονικής έρευνας στο Alzheimer’s Association, δήλωσε ότι «αυτό αποτελεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πεδίο της έρευνας».

Ο άξονας εγκεφάλου-εντέρου βρέθηκε στο επίκεντρο του Alzheimer’s Association International Conference που έγινε το καλοκαίρι καθώς παρουσιάστηκαν αρκετές έρευνες σχετικά με αυτόν.

«Οι πρόσφατες έρευνες έχουν προσφέρει αρκετές πληροφορίες αναφορικά με τον τρόπο που η διατροφή επηρεάζει την υγεία του εγκεφάλου, την έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών και την άνοια», είπε η Σνάιντερ. «Έχουμε διαπιστώσει επίσης ότι η φλεγμονή στον εγκέφαλο και άλλα όργανα του σώματος συνδέεται με τη νόσο Alzheimer».

«Πλέον, έχουμε κάποια αρχικά στοιχεία σχετικά με τη σύνδεση του εντερικού μικροβιώματος και του εγκεφάλου. Η βαθύτερη κατανόηση της σύνδεσης αυτής μπορεί να ανοίξει νέους δρόμους και να προσφέρει νέους στόχους στην ανάπτυξη θεραπειών για τη νόσο Alzheimer”, κατέληξε.

Βιβλιογραφία: Medscape

Φωτογραφία: IBM Research