Οι αλλαγές στον τρόπο ζωής μπορεί να περιορίσουν σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης ουρικής αρθρίτιδας, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας.

Οι επιστήμονες εξέτασαν δεδομένα από σχεδόν 14.000 εθελοντές θέλοντας να διαπιστώσουν την επίδραση της παχυσαρκίας, της ανθυγιεινής διατροφής, της κατανάλωσης αλκοόλ και της λήψης διουρητικών στα επίπεδα του ουρικού οξέος.

Οι παρατηρήσεις τους «υποστηρίζουν τη υπόθεση ότι η πλειοψηφία των περιστατικών υπερουριχαιμίας και επακόλουθης ουρικής αρθρίτιδας μπορούν να προληφθούν με τροποποίηση των παραγόντων κινδύνου», όπως δήλωσε ο Δρ Χιόν Τσόι, επικεφαλής της μελέτης και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ.

«Τα επίπεδα του ουρικού οξέος στο αίμα είναι αυξημένα σε ασθενείς που είναι παχύσαρκοι, καταναλώνουν υψηλές ποσότητες αλκοόλ, κάνουν ανθυγιεινή διατροφή ή παίρνουν διουρητικά, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο ουρικής αρθρίτιδας», συμπλήρωσε ο Τσόι. «Αντίστοιχα, τα επίπεδα του ουρικού οξέος επανέρχονται στο φυσιολογικό όταν ο ασθενής χάσει βάρος, αλλάξει τη διατροφή του ή σταματήσει να παίρνει διουρητικά με αποτέλεσμα ο κίνδυνος ουρικής αρθρίτιδας να περιορίζεται».

Η ουρική αρθρίτιδα είναι μία φλεγμονώδης μορφή αρθρίτιδας που προκαλεί σοβαρό άλγος και ευαισθησία στις αρθρώσεις. Προηγούμενες έρευνες είχαν συνδέσει διάφορους τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου με την ουρική αρθρίτιδα, μεταξύ των οποίων η διατροφή υψηλής περιεκτικότητας σε κρέας και γλυκά, η παχυσαρκία, η χρήση διουρητικών για τη θεραπεία της υπέρτασης και η κατανάλωση αλκοόλ.

Θέλοντας να εξετάσουν σε ποιο βαθμό συμβάλλουν οι παραπάνω παράγοντες στον κίνδυνο εμφάνισης ουρικής αρθρίτιδας, η ερευνητική ομάδα ανέλυσε δεδομένα από 14.624 εθελοντές που είχαν συμπληρώσει ερωτηματολόγια ανάμεσα στα έτη 1988 και 1994.

Οι υπέρβαροι εθελοντές είχαν 85% αυξημένο κίνδυνο υπερουριχαιμίας σε σχέση με αυτούς που είχαν φυσιολογικό δείκτη μάζας σώματος, ενώ οι παχύσαρκοι είχαν 2.7-3.5 φορές αυξημένο κίνδυνο για την ίδια κατάσταση, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας που δημοσιεύτηκαν στο Arthritis & Rheumatology.

Όπως υπολόγισαν οι ερευνητές, το 44% των περιστατικών υπερουριχαιμίας μπορούσε να αποδοθεί αποκλειστικά στο αυξημένο σωματικό βάρος. Το 9% θα μπορούσε να προληφθεί με μία υγιεινή διατροφή για την καρδιά, ενώ το 8% και το 12% αποδόθηκαν στην κατανάλωση αλκοόλ και τη χρήση διουρητικών αντίστοιχα.

Οι ερευνητές δεν εξέτασαν ειδικά αν ο περιορισμός των παραπάνω παραγόντων κινδύνου μπορεί να συμβάλλει στην πρόληψη της ουρικής αρθρίτιδας σε ένα πραγματικό πληθυσμό.

Ωστόσο, τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι ασθενείς που πάσχουν από τη νόσο μπορούν να αποφύγουν τις παραπάνω συνήθειες για να επιβραδύνουν την πορεία της νόσου, σύμφωνα με τον Δρ Μιχάλ Μελαμέντ, έναν επιστήμονα στη Σχολή Άλμπερτ Αϊνστάιν στο Μπρονξ ο οποίος δεν είχε λάβει μέρος στην έρευνα. Όπως τόνισε, η απώλεια βάρους είναι ίσως η σημαντικότερη από τις παραπάνω παρεμβάσεις.

«Αυτό που πρέπει να μας μείνει από την έρευνα είναι ότι οι παράγοντες κινδύνου που εξέτασαν οι ερευνητές είναι τροποποιήσιμοι, επομένως οι ασθενείς γνωρίζουν πλέον ποιοι είναι οι στόχοι για την πρόληψη της νόσου», συμπλήρωσε ο ίδιος.

«Μπορούμε να ξεκινήσουμε περιορίζοντας την κατανάλωση κόκκινου κρέατος και αλκοόλ. Αν παίρνετε διουρητικά, ρωτήστε τον γιατρό σας αν μπορεί να χορηγήσει κάποιο εναλλακτικό φάρμακο για τη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης», κατέληξε.

Βιβλιογραφία: Medscape