Σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας νέας έρευνας, η διατροφή μπορεί να επηρεάσει τον κίνδυνο εμφάνισης οστεοαρθρίτιδας. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η διατροφή με υψηλή περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου, ακόμα και σε πειραματόζωα που δεν ήταν παχύσαρκα.

Η έρευνα, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Τιμ Γκρίφιν από το Oklahoma Medical Research Foundation, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Disease Models & Mechanisms.

«Γνωρίζουμε ότι η παχυσαρκία αυξάνει τον κίνδυνο οστεοαρθρίτιδας, ωστόσο δεν έχει διερευνηθεί η επίδραση που έχει η διατροφή στη νόσο», είπε ο Γκρίφιν. «Τα ευρήματά μας προσφέρουν νέα δεδομένα που δείχνουν ότι η διατροφή μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την πορεία της οστεοαρθρίτιδας ακόμα και απουσία παχυσαρκίας».

Η οστεοαρθρίτιδα αποτελεί μία από τις πλέον κοινές μορφές αρθρίτιδας. Ευθύνεται για το μεγαλύτερο ποσοστό αναπηρίας στο δυτικό κόσμο. Η οστεοαρθρίτιδα εμφανίζεται όταν ο χόνδρος που καλύπτει τα οστά στις αρθρώσεις καταστρέφεται με αποτέλεσμα να οστά να τρίβονται μεταξύ τους.

Διάφοροι παράγοντες μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο οστεοαρθρίτιδας, μεταξύ των οποίων η εργασία με έντονη φυσική καταπόνηση, το ιστορικό τραυματισμού των αρθρώσεων, η ηλικία και η κληρονομικότητα, ωστόσο ο σημαντικότερος παράγοντας είναι η παχυσαρκία.

«Η παχυσαρκία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου για την οστεοαρθρίτιδα, ιδιαίτερα στην άρθρωση του γόνατος», είπε ο Γκρίφιν. «Ωστόσο, οι θεραπευτικές στρατηγικές για την πρόληψη και τη θεραπεία της οστεοαρθρίτιαδας που σχετίζεται με παχυσαρκία είναι περιορισμένες λόγω της αβεβαιότητας σχετικά με το αίτιο της νόσου».

Με σκοπό να διερευνήσουν ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο η παχυσαρκία συμβάλλει στην εμφάνιση της οστεοαρθρίτιδας, ο Γκρίφιν και οι συνεργάτες του χρησιμοποίησαν ποντίκια στα οποία έκαναν διατροφή με διαφορετικές δίαιτες υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά. Με την πάροδο του χρόνου, ωστόσο, παρατήρησαν ότι οι υδατάνθρακες στη διατροφή των ποντικών από την ομάδα ελέγχου ήταν αρκετοί από μόνοι τους για να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης οστεοαρθρίτιδας.

Οι κυριότεροι ένοχοι μάλιστα ήταν η ζάχαρη και οι ίνες.

Ειδικότερα, η ομάδα του Γκρίφιν παρατήρησηε ότι η ποσότητα της σουκρόζης (δηλαδή της ζάχαρης) και των ινών στη διατροφή μπορούσε να επηρεάσει την παθολογία της οστεοαρθρίτιδας στα ποντίκια. Η δίαιτα υψηλής περιεκτικότητας σε σουκρόζη συνδέθηκε με αυξημένη αρθρική φλεγμονή, ενώ η δίαιτα πλούσια σε ίνες συνδέθηκε με αλλαγές στα γονίδια των χόνδρων και τις κυτταρικές οδούς απόκρισης στο στρες.

Αν και η έρευνα έγινε σε ποντίκια, ο Γκρίφιν δήλωσε ότι τα ευρήματα πιθανώς επαληθεύονται και στους ανθρώπους.

«Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι διατροφή μας επηρεάζει την υγεία των αρθρώσεων», είπε. «Μας προκάλεσε έκπληξη το γεγονός ότι υπήρχαν σημαντικές διαφορές μεταξύ της διατροφής με υψηλή περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες και αυτής με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά, αναφορικά με την οστεοαρθρίτιδα, παρά το γεγονός ότι το σωματικό βάρος και το σωματικό λίπος ήταν το ίδιο».

Ο Γκρίφιν και η ομάδα του σκοπεύουν στο μέλλον να διερευνήσουν πώς οι ίνες αλλά και άλλες ουσίες της διατροφής συμβάλλουν στην εμφάνιση οστεοαρθρίτιδας, καθώς και το ρόλο που παίζει σε αυτή το εντερικό μικροβίωμα.

Βιβλιογραφία: Oklahoma Medical Research Foundation