Η οστεοαρθρίτιδα αποτελεί τη συχνότερη μορφή αρθρίτιδας. Εμφανίζεται με αυξημένη συχνότητα στις γυναίκες και προκαλεί φθορά των ιστών που επικαλύπτουν τις επιφάνειες των οστών στην περιοχή της άρθρωσης. Αποτέλεσμα του παραπάνω είναι τα οστά της άρθρωσης να τρίβονται μεταξύ τους, γεγονός που προκαλεί άλγος και οίδημα. Ένα από τα σημαντικότερα αίτια της φθοράς των ιστών αυτών είναι η μηχανική επιβάρυνση από το περιττό σωματικό βάρος στα γόνατα και τις υπόλοιπες αρθρώσεις. Ένα άλλο αίτιο είναι η αύξηση των διαφόρων χημικών ουσιών που σχετίζονται με τη φλεγμονή, όπως η ιντερλευκίνη-6, στους ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα.

Πριν μερικά χρόνια, μία ομάδα ερευνητών με επικεφαλή τον Δρ Στίβεν Μέσσιερ, διαπίστωσε ότι η απώλεια 10% του σωματικού βάρους μπορεί να βελτιώσει τα συμπτώματα της οστεοαρθρίτιδας στους υπέρβαρους και παχύσαρκους ηλικιωμένους. Στην τυχαιοποιημένη αυτή μελέτη που διεξήχθη από το 2006 έως το 2011, παρατηρήθηκε ότι η απώλεια βάρους μέσω διατροφής και φυσικής άσκησης μειώνει το άλγος και τη φλεγμονή και βοηθά τους ενήλικες να περπατούν ταχύτερα και να έχουν καλύτερη λειτουργικότητα. Η παραπάνω έρευνα αλλά και αρκετές άλλες ελήφθησαν υπ’ όψη, με αποτέλεσμα σήμερα να γνωρίζουμε ότι η απώλεια του 10% από το σωματικό βάρος βελτιώνει σε σημαντικό βαθμό τα συμπτώματα αρκετών παθήσεων που σχετίζονται με την παχυσαρκία, μεταξύ των οποίων και η οστεοαρθρίτιδα.

Στη νέα τους μελέτη, οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα για να διαπιστώσουν αν η απώλεια του 20% του σωματικού βάρους μέσω διατροφής και άσκησης προσφέρει ακόμα περισσότερα οφέλη στην οστεοαρθρίτιδα του γόνατος.

Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύτηκαν στο Arthritis Care & Research.

Η ερευνητική ομάδα ανέλυσε δεδομένα από 240 υπέρβαρους και παχύσαρκους ηλικιωμένους με επώδυνη οστεοαρθρίτιδα του γόνατος. Όλοι οι εθελοντές ήταν τουλάχιστον 55 ετών και έκαναν καθιστική ζωή. Το 85% ήταν καυκάσιοι και το 72% ήταν γυναίκες. Κατά τη διάρκεια των 18 μηνών της έρευνας, 74 εθελοντές έχασαν λιγότερο από το 5% του σωματικού βάρους, 59 έχασαν μεταξύ 5% και 9.9%, 76 έχασαν μεταξύ 10% και 19.9% και 31 έχασαν πάνω από το 20% του σωματικού βάρους μέσω δίαιτας και φυσικής άσκησης.

Οι εθελοντές της τελευταίας κατηγορίας είχαν σημαντικά μειωμένη φλεγμονή (χαμηλότερα επίπεδα IL-6 στα δείγματα αίματος) σε σχέση με αυτούς που έχασαν λιγότερο από το 5%. Η ομάδα εθελοντών που έχασε πάνω από 20% του σωματικού βάρους ανέφερε επίσης λιγότερο άλγος και μπορούσε να περπατήσει περισσότερο στο τεστ 6 λεπτών, σε σχέση με αυτούς που είχαν χάσει λιγότερο από 5% του συνολικού σωματικού βάρους. Οι διαφορές στο άλγος και τη λειτουργικότητα μεταξύ των ομάδων 20% και 10-19.9% ήταν επίσης πολλά υποσχόμενες. Ωστόσο, το δείγμα εθελοντών ήταν σχετικά μικρό επομένως δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι τα αποτελέσματα δεν αποδίδονται σε άλλους παράγοντες. Σίγουρα θα χρειαστεί μία μεγαλύτερη ομάδα εθελοντών προκειμένου να επιβεβαιωθούν οι διαπιστώσεις της μελέτης.

Οι ερευνητές σημείωσαν ότι οι εθελοντές που έχασαν πάνω από 10% του σωματικού βάρους, παρουσίασαν επίσης μειωμένη οστική πυκνότητα, χωρίς ωστόσο αυτή να φτάνει σε κλινικά σημαντικά όρια.

«Η μεγαλύτερη απώλεια βάρους, όταν γίνεται με ασφαλή και υγιεινό τρόπο, βελτιώνει την ποιότητα ζωής και προσφέρει κλινικά σημαντική μείωση του άλγους και βελτίωση της λειτουργικότητας», είπε ο Μέσσιερ. «Το σημαντικό κομμάτι της έρευνάς μας είναι ότι η απώλεια βάρους πάνω από 20% συνοδεύεται από καλύτερη κλινική εικόνα και μπορεί να επιτευχθεί χωρίς χειρουργικές ή φαρμακευτικές παρεμβάσεις».

Βιβλιογραφία: NIH