Οι ασθενείς με αποφρακτική υπνική άπνοια διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ουρικής αρθρίτιδας, σύμφωνα με μία νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στις 30 Αυγούστου στο Arthritis and Rheumatology.

Οι ερευνητές από το Ηνωμένο Βασίλειο εξέτασαν δεδομένα της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας από 15.879 ενήλικους ασθενείς που είχαν διαγνωστεί με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια μεταξύ των ετών 1990 και 2010. Αναζήτησαν επίσης μία ομάδα ελέγχου η οποία αποτελείτο από 63.296 άτομα τα οποία είχαν παρόμοια ηλικία, φύλο και γενικά χαρακτηριστικά με την πρώτη ομάδα κατά μέσο όρο. Στη συνέχεια, εξέτασαν τον κίνδυνο ουρικής αρθρίτιδας και στις δύο ομάδες σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και ανάλογα με το Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) των εθελοντών.

Κατά τη διάρκεια των 5.8 ετών της έρευνας, το 4.9% των ασθενών με αποφρακτική υπνική άνοια παρουσίασε ουρική αρθρίτιδα. Το αντίστοιχο ποσοστό στην ομάδα ελέγχου ήταν 2.6%. Αυτό μεταφράζεται σε συχνότητα εμφάνισης 7.83 ανά 1000 χρόνια ζωής για την πρώτη ομάδα και 4.03 για τη δεύτερη.

Συνολικά, μετά από προσαρμογή για άλλους παράγοντες κινδύνου όπως ο διαβήτης, η υπέρταση και η ισχαιμική καρδιακή νόσος, οι ερευνητές παρατήρησαν μία στατιστικά σημαντική αύξηση του κινδύνου της τάξεως του 42%. Σημείωσαν μάλιστα, ότι ο κίνδυνος αυτός παρέμεινε αμετάβλητος ανεξαρτήτως του ΔΜΣ.

Προηγούμενες έρευνες είχαν παρατηρήσει αυξημένο κίνδυνο ουρικής αρθρίτιδας κατά τον πρώτο χρόνο μετά τη διάγνωση της αποφρακτικής υπνικής άπνοιας. Στην παρούσα μελέτη, ωστόσο, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ο υψηλότερος κίνδυνος παρατηρείται 1-2 χρόνια μετά τη διάγνωση της τελευταίας, ανεξαρτήτου ΔΜΣ. Ειδικότερα, μεταξύ των ασθενών με αποφρακτική υπνική άπνοια και φυσιολογικό ΔΜΣ (<25), ο υψηλότερος κίνδυνος εμφάνισης ουρικής αρθρίτιδας παρατηρήθηκε 2-5 χρόνια μετά τη διάγνωση της αποφρακτικής υπνικής άπνοιας. Κατά τη χρονική αυτή περίοδο οι εθελοντές αυτής της ομάδας είχαν σχεδόν διπλάσιο κίνδυνο (102%) να παρουσιάσουν ουρική αρθρίτιδα σε σχέση με τους εθελοντές που δεν είχαν αποφρακτική υπνική άπνοια.

Οι ερευνητές αποδίδουν το παραπάνω στη διαλείπουσα ανεπάρκεια οξυγόνου που παρατηρείται στους ασθενείς με αποφρακτική υπνική άπνοια, γεγονός που οδηγεί σε υπερβολική παραγωγή ουρικού οξέος, η οποία με τη σειρά της οδηγεί σε ουρική αρθρίτιδα. Διάφορες θεραπευτικές προσεγγίσεις, όπως η CPAP (continuous positive airway pressure), είναι ικανές να διορθώσουν τα χαμηλά επίπεδα οξυγόνου και να μειώσουν τον κίνδυνο ουρικής αρθρίτιδας στους ασθενείς με αποφρακτική υπνική άπνοια. Οι ερευνητές τονίζουν, ωστόσο, ότι χρειάζονται περισσότερες μελέτες προκειμένου να διερευνηθεί η αποτελεσματικότητα των παραπάνω προσεγγίσεων στην μείωση του ουρικού οξέος.

Με βάση τα παραπάνω ευρήματα, οι επιστήμονες σημειώνουν ότι ο κίνδυνος ουρικής αρθρίτιδας στους ασθενείς με αποφρακτική υπνική άπνοια «είναι ανεξάρτητος του ΔΜΣ και ο γιατρός πρέπει πάντοτε να εξετάζει την πιθανότητα ουρικής αρθρίτιδας στους ασθενείς με υπνική άπνοια ανεξαρτήτως παρουσίας ή όχι παχυσαρκίας». Επιπλέον,τονίζουν ότι ο κίνδυνος ουρικής αρθρίτιδας «συνεχίζεται και μετά τον πρώτο χρόνο από τη διάγνωση της αποφρακτικής υπνικής άπνοιας», γεγονός που δείχνει ότι ο έλεγχος πρέπει να συνεχίζεται και σε αυτούς τους ασθενείς.

Βιβλιογραφία: Medscape