Μία έρευνα προσφέρει νέα δεδομένα στις διαφορές μεταξύ των δυο φύλων αναφορικά με τη συχνότητα των ρευματικών και αυτοανόσων παθήσεων. Η έρευνα, δημοσιεύτηκε στο Nature Communications και έχει ιδιαίτερη σημασία για την ανάπτυξη νέων θεραπειών για αυτές τις νόσους.

«Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε για ποιους λόγους οι παθήσεις αυτές εμφανίζονται σε υψηλότερα ποσοστά στις γυναίκες», είπε η Asa Tivesten, μία από τους συγγραφείς της μελέτης. «Έτσι θα είναι ευκολότερο να αναπτύξουμε καλύτερες θεραπείες γι’ αυτές».

Στις αυτοάνοσες παθήσεις, το ανοσοποιητικό σύστημα παράγει αντισώματα που επιτίθενται στους υγιείς ιστούς του σώματος. Σχεδόν όλες οι αυτοάνοσες παθήσεις εμφανίζονται με σημαντικά αυξημένη συχνότητα στις γυναίκες. Η διαφορά αυτή είναι ιδιαίτερα μεγάλη στο λύκο, μία πάθηση γνωστή και ως συστηματικός ερυθηματώδης λύκος ή ΣΕΛ. Το 90% των ασθενών με την παραπάνω πάθηση είναι γυναίκες.

Είναι γνωστό ότι η ανδρική ορμόνη τεστοστερόνη προσφέρει σε κάποιο βαθμό προστασία από τις αυτοάνοσες νόσους. Κατά συνέπεια, οι άνδρες είναι πιο προστατευμένοι από τις γυναίκες απέναντι στα νοσήματα αυτά καθώς οι τελευταίες έχουν μόλις το 1/10 της τεστοστερόνης που έχουν οι πρώτοι.

Η τεστοστερόνη μειώνει τον αριθμό των Β κυττάρων, ενός είδους λεμφοκυττάρων που απελευθερώνει επιβλαβή αντισώματα. Οι ερευνητές προσπάθησαν να εξετάσουν αν υπάρχει σύνδεση μεταξύ τεστοστερόνης και παραγωγής Β κυττάρων στον σπλήνα, μηχανισμός ο οποίος ήταν άγνωστος μέχρι σήμερα.

Μετά από πειράματα σε ποντίκια και δείγματα αίματος από 128 άνδρες εθελοντές, οι ερευνητές κατέληξαν ότι η σύνδεση είναι η πρωτεΐνη BAFF, η οποία καθιστά τα Β κύτταρα πιο βιώσιμα.

«Καταλήξαμε ότι η τεστοστερόνη καταστέλλει την πρωτεΐνη BAFF. Η μείωση των επιπέδων τεστοστερόνης αυξάνει τη συγκέντρωση της BAFF και επομένως τον αριθμό των Β κυττάρων στον σπλήνα, καθώς τα ποσοστά επιβίωσης των τελευταίων αυξάνονται. Η σύνδεση μεταξύ τεστοστερόνης και BAFF δεν είχε παρατηρηθεί ποτέ στο παρελθόν», είπε η Asa Tivesten.

Τα αποτελέσματα της έρευνας έρχονται σε συμφωνία με μία προηγούμενη μελέτη που έδειξε ότι οι γενετικοί πολυμορφισμοί στο γονίδιο της BAFF συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο παθήσεων όπως ο λύκος. Στο παρελθόν στη θεραπεία του ΣΕΛ έχουν χρησιμοποιηθεί αναστολείς του BAFF, χωρίς ωστόσο να έχουν τα επιθυμητά αποτελέσματα σε όλους τους ασθενείς.

Αυτός είναι ο λόγος που οι πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο που ο οργανισμός ρυθμίζει τα επίπεδα της BAFF έχουν μεγάλη σημασία. Οι πληροφορίες αυτές μάς δίνουν τη δυνατότητα να κατανοήσουμε ποιοι ασθενείς μπορούν να ωφεληθούν από τους αναστολείς  BAFF και ποιοι όχι. Η έρευνα προσφέρει επίσης δεδομένα σχετικά με την καλύτερη χρήση των συγκεκριμένων φαρμάκων.

Βιβλιογραφία: University of Gothenburg, Sahlgrenska Academy