Η νόσος του Crohn είναι μία χρόνια πάθηση που προκαλεί φλεγμονή και έλκη στο έντερο. Τα συχνότερα συμπτώματα της νόσου είναι οι κράμπες, το κοιλιακό άλγος, η διάρροια, ο πυρετός και η απώλεια βάρους. Ορισμένοι ασθενείς παρουσιάζουν σοβαρές εξάρσεις της νόσου με έντονο άλγος. Οι θεραπευτικές επιλογές περιλαμβάνουν αντιβιοτικά, στεροειδή καθώς και άλλα φάρμακα. Τελικά, μπορεί να χρειαστεί χειρουργική αφαίρεση τμημάτων του εντέρου που έχουν υποστεί σημαντικές βλάβες.

Η νόσος του Crohn είναι αποτέλεσμα της δράσης ενός αγνώστου παράγοντα ο οποίος προκαλεί μία παθολογική ανοσολογική αντίδραση που στοχεύει το έντερο. Η ανοσιακή αυτή απόκριση προκαλεί φλεγμονή η οποία ευθύνεται για τα συμπτώματα της νόσου του Crohn. Προηγούμενες έρευνες είχαν δείξει ότι ορισμένα μικρόβια του εντέρου μπορεί να παίζουν κάποιο ρόλο στην παραπάνω διαδικασία, ενώ άλλοι παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν το οικογενειακό ιστορικό νόσου του Crohn και τη διατροφή με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά.

Μία θεωρία που έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια υποστηρίζει ότι τα μικρόβια μπορεί να έχουν σημαντικό ρόλο στην ανοσιακή απόκριση καθώς ορισμένα βακτήρια, όπως το Ruminococcus gnavus, απαντώνται σε υψηλότερες συγκεντρώσεις στους ασθενείς με τη νόσο σε σχέση με τα υγιή άτομα. Το βακτήριο R. gnavus είναι συχνά το βακτήριο με τον υψηλότερο πληθυσμό στο έντερο κατά τη διάρκεια μίας έξαρσης της νόσου. Επιπλέον, το βακτήριο αυτό βρίσκεται στη βλεννογόνο στιβάδα του εντέρου, μία περιοχή όπου είναι ευκολότερο να επηρεάσει τη δράση του ανοσοποιητικού συστήματος.

Θέλοντας να διερευνήσουν το ρόλο του R. Gnavus στη νόσο του Crohn, μία ομάδα ερευνητών με επικεφαλής τους Δρ Τζον Κλάρντι και Μάθιου Χενκ από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ εξέτασε αν το μικρόβιο αυτό μπορεί να προκαλέσει ανοσολογική αντίδραση. Τα αποτελέσματα της έρευνάς τους δημοσιεύτηκαν στο Proceedings of the National Academy of Sciences.

Οι ερευνητές καλλιέργησαν βακτήρια R. gnavus σε έναν ειδικό ζωμό και στη συνέχεια εξέτασαν το μείγμα μορίων που παράγουν τα βακτήρια ως προς τη δραστηριότητά του. Για το σκοπό αυτό, χρησιμοποίησαν ανοσιακά κύτταρα ποντικών γνωστά ως δενδριτικά κύτταρα.  Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το μείγμα μορίων προκαλούσε παραγωγή ενός φλεγμονώδους μορίου, του TNF-α από τα δενδριτικά κύταρα.

Η ομάδα στη συνέχεια απομόνωσε το μόριο που ευθύνεται για την ανοσιακή αυτή ενεργοποίηση.  Το μόριο αυτό ήταν ένας πολυσακχαρίτης που αποτελείται από τα σάκχαρα γλυκόζη και ραμνόζη. Όσο μεγαλύτερες ποσότητες του μορίου αυτού λάμβαναν τα δενδριτικά κύτταρα, τόσο περισσότερα TNF-α κύτταρα παρήγαγαν.

Πειράματα με δενδριτικά κύτταρα από γενετικά τροποποιημένα ποντίκια έδειξαν ότι ο πολυσακχαρίτης δρούσε μέσω μίας πρωτεΐνης που λέγεται TLR4. Η ομάδα κατάφερε επίσης να ταυτοποιήσει την ομάδα γονιδίων η οποία ευθύνεται για την παραγωγή του πολυσακχαρίτη.

Συνολικά, τα ευρήματα αυτά δείχνουν ότι η νόσος του Crohn μπορεί να προκληθεί από τον πολυσακχαρίτη αυτόν που παράγεται από το εντερικό μικρόβιο R. gnavus, ο οποίος με τη σειρά του προκαλεί παραγωγή TNF-α από τα δενδριτικά κύτταρα. Χρειάζεται, ωστόσο, να γίνουν περισσότερες έρευνες για να επιβεβαιωθεί ότι ο πολυσακχαρίτης αυτός βρίσκεται σε όλους τους ασθενείς που πάσχουν από νόσο του Crohn.

«Το χαρακτηριστικό αυτό μόριο αναπαριστά μία σύνδεση ανάμεσα στο μικροβίωμα του εντέρου και τη φλεγμονώδη απόκριση», είπε ο Χενκ. «Αν μπορέσουμε να επιβεβαιώσουμε ότι τα γονίδια του πολυσακχαρίτη αυτού εκφράζονται πριν από την επιδείνωση των συμπτωμάτων της νόσου, θα έχουμε σημειώσει ένα μεγάλο βήμα προόδου».

Βιβλιογραφία: NIH