Μία νέα έρευνα ενοχοποιεί το στρες ως αιτιολογικό παράγοντα για την εμφάνιση αυτοανόσων νοσημάτων, όπως ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος και η ρευματοειδής αρθρίτιδα. Η ομάδα επιστημόνων που έκανε την έρευνα παρατήρησε ότι τα νοσήματα αυτά εμφανίζονται με αυξημένη συχνότητα σε άτομα που έχουν ιστορικό διάγνωσης με αγχώδεις διαταραχές.

Πριν, ωστόσο, αποδεχτούμε την ενδεχόμενη σχέση μεταξύ του στρες και των αυτοανόσων νοσημάτων, ας εξετάσουμε μερικές λεπτομέρειες της έρευνας καθώς και τους όρους «αυτοάνοσο νόσημα», «στρες» και «αγχώδης διαταραχή».

Τι είναι τα αυτοάνοσα νοσήματα;

Κατά τα νοσήματα αυτά, το ανοσοποιητικό σύστημα δυσλειτουργεί και στοχεύει τους υγιείς ιστούς του οργανισμού. Υπάρχουν πολλά αυτοάνοσα νοσήματα, ορισμένα από τα πλέον κοινά είναι η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η ψωρίαση, η πολλαπλή σκλήρυνση και ο διαβήτης τύπου 1.

Σε ορισμένες περιπτώσεις μία πάθηση μπορεί να χαρακτηριστεί ως «αυτοάνοση» με βάση τη συμβατική λογική ή την άποψη ειδικών, χωρίς ωστόσο ο χαρακτηρισμός αυτός να βασίζεται σε επιστημονικά στοιχεία. Συχνά ο όρος «αυτοάνοση» αναφέρεται σε παθήσεις όπου υπάρχει παρουσία φλεγμονής ή ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος. Ωστόσο, οι παραπάνω εκδηλώσεις μπορούν να αποδοθούν και σε διάφορες λοιμώξεις. Ίσως, λοιπόν στο μέλλον, ορισμένες από τις παθήσεις που θεωρούμε σήμερα αυτοάνοσες μπορεί να αποδίδονται σε χρόνια λοίμωξη από μικροοργανισμούς που δεν είναι γνωστοί σήμερα.

Τι είναι το στρες;

Ένας κοινός ορισμός του «στρες» είναι ότι είναι μία εμπειρία που προκαλεί φυσική, ψυχολογική ή συναισθηματική ένταση, ενεργοποιώντας της απόκριση «fight or flight» του οργανισμού (κατά την οποία απελευθερώνεται αδρεναλίνη από τα επινεφρίδια, γεγονός που οδηγεί σε αύξηση στη συχνότητα της αναπνοής και της καρδίας και αυξημένη αρτηριακή πίεση). Η απόκριση αυτή έχει χρησιμότητα όταν μας κυνηγάει ένα λιοντάρι, ωστόσο έχει αναφερθεί στο παρελθόν ότι το χρόνιο στρες (όπως το άγχος για τα οικονομικά, τη σωματική ή ψυχική υγεία και τις διαπροσωπικές σχέσεις) μπορεί να οδηγήσει σε χρόνιες νόσους όπως η υπέρταση και οι αυτοάνοσες παθήσεις.

Τα αίτια του στρες για το κάθε άτομο είναι ειδικά γι’αυτό. Ένα κοινό παράδειγμα είναι η ομιλία σε κοινό. Για πολλούς από εμάς το παραπάνω γεγονός δεν δημιουργεί κανένα άγχος, ωστόσο για ορισμένα άτομα η ίδια κατάσταση μπορεί να προκαλέσει έντονο στρες για αρκετές εβδομάδες πριν. Οι στρεσογόνοι δραστηριότητες μπορεί να αφορούν επίσης ένα θετικό γεγονός, όπως για παράδειγμα ο γάμος ή ένα πάρτι-έκπληξη από φίλους και συγγενείς.

Τι είναι οι αγχώδεις διαταραχές;

Υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ της έννοιας του «άγχους» και αυτής της «αγχώδους διαταραχής». Η τελευταία αποτελεί μία ειδική, σαφώς ορισμένη πάθηση ή νόσο που εμφανίζεται μετά από ένα ειδικό και έντονο στρεσογόνο γεγονός. Παράδειγμα τέτοιας νόσου είναι η διαταραχή μετατραυματικού στρες (PTSD), κατά την οποία ένας σοβαρό φυσικό ή ψυχολογικό τραύμα οδηγεί σε μία σειρά προβλημάτων όπως στρεσογόνο ενθύμηση του τραυματικού γεγονότος, προβλήματα μνήμης, απάθεια και ευερεθιστότητα.

Εξερευνώντας τη σχέση μεταξύ του στρες και των αυτοάνοσων νοσημάτων

Στη νέα αυτή έρευνα, οι επιστήμονες ανέλυσαν δεδομένα από 100.000 άτομα που έχουν διαγνωστεί με αγχώδεις διαταραχές και διερεύνησαν τη συχνότητα να παρουσιάσουν αυτοάνοσα νοσήματα σε σχέση με 126.000 αδέρφια τους και 1.000.000 εθελοντές που δεν είχαν κάποια αγχώδη διαταραχή. Η συχνότητα αυτή εξετάστηκε για 1 χρόνο μετά την αρχή της έρευνας.

Η έρευνα διαπίστωσε ότι τα άτομα που έχουν διαγνωστεί με κάποια αγχώδη διαταραχή:

  • Έχουν αυξημένη πιθανότητα να παρουσιάσουν κάποιο αυτοάνοσο νόσημα (9/1000 άτομα παρουσίασαν αυτοάνοσα νοσήματα από την ομάδα εθελοντών με αγχώδεις διαταραχές, ενώ η αντίστοιχη αναλογία ήταν 6/1000 για τους υγιείς εθελοντές).
  • Είχαν αυξημένη πιθανότητα να παρουσιάσουν πολλαπλές αυτοάνοσες νόσους.
  • Είχαν αυξημένη συχνότητα αυτοανόσων παθήσεων στις νεαρότερες ηλικίες.

Μία σημαντική παρατήρηση ήταν ότι οι ασθενείς με PTSD που έκαναν θεραπεία με αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης ή SSRI (ένα είδος αντικαταθλιπτικού) είχαν μικρότερα ποσοστά αύξησης στη συχνότητα των αυτοανόσων νόσων. Αν και οι παρατηρήσεις αυτές έχουν ενδιαφέρον, δεν μας δείχνουν γιατί ή πώς μία αγχώδης διαταραχή μπορεί να προκαλέσει ή να ενεργοποιήσει ένα αυτοάνοσο νόσημα.

Οι συνήθεις επιφυλάξεις από τις έρευνες παρατήρησης

Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι οι έρευνες παρατήρησης δεν μπορούν να αποδείξουν ότι οι αγχώδεις διαταραχές αποτελούν την αιτία εμφάνισης των αυτοάνοσων νοσημάτων. Για τα αποτελέσματα της έρευνας μπορεί να ενοχοποιούνται άλλοι παράγοντες. Για παράδειγμα, είναι αδύνατο να καθοριστεί η ακριβής ημερομηνία κατά την οποία ξεκίνησε μία αυτοάνοση νόσος ή μία αγχώδης διαταραχή. Επομένως, παρά το γεγονός ότι οι ερευνητές απαιτούσαν η αυτοάνοση νόσος να έχει διαγνωστεί μετά την αγχώδη διαταραχή, είναι δυνατό η πρώτη να προϋπήρχε της διάγνωσης της δεύτερης. Στην περίπτωση αυτή, δεν θα ήταν δυνατό η αγχώδης διαταραχή να ευθύνεται για την αυτοάνοση νόσο.

Επιπλέον, υπάρχει η πιθανότητα κάποιος άλλος παράγοντας να ευθύνεται για τα υψηλότερα ποσοστά αυτοάνοσων νοσημάτων. Για παράδειγμα, Οι ασθενείς που έχουν αντιμετωπίσει έντονες στρεσογόνες καταστάσεις έχουν αυξημένη πιθανότητα να είναι καπνιστές και το κάπνισμα έχει σχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο ορισμένων αυτοάνοσων νόσων, όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα και η πολλαπλή σκλήρυνση.

Μία ακόμα παρατήρηση: Η έρευνα συμπεριέλαβε τον διαβήτη τύπου 2 στις 41 αυτοάνοσες νόσους που εξέτασε. Αν και αυτή είναι η πλέον κοινή μορφή διαβήτη (πάνω από το 90% των συνολικών περιστατικών διαβήτη), ΔΕΝ θεωρείται αυτοάνοση νόσος. Τα αποτελέσματα της έρευνας ενδεχομένως να είχαν διαφοροποιηθεί αν είχε γίνει πιο αυστηρός καθορισμός του τι θεωρείται αυτοάνοσο νόσημα.

Το μυστήριο των αυτοάνοσων νοσημάτων συνεχίζεται

Ο ρόλος του στρες και των αγχώδων διαταραχών στα αυτοάνοσα νοσήματα παραμένει σε θεωρητικό επίπεδο. Η ερώτηση που έχει ενδιαφέρον, όμως, είναι αν η αντιμετώπιση των ψυχολογικών αυτών παθήσεων που σχετίζονται με το στρες μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη των αυτοανόσων νοσημάτων. Την απάντηση στο ερώτημα αυτό αναμένεται να δώσουν επόμενες έρευνες.

Βιβλιογραφία: Harvard Health Publishing