Τα αυτοφλεγμονώδη νοσήματα είναι ένα σύνολο διαταραχών που χαρακτηρίζονται από υποτροπιάζοντα επεισόδια συστηματικών φλεγμονών ή φλεγμονών σε συγκεκριμένα όργανα. Σε αντίθεση με τα αυτοάνοσα νοσήματα όπως ο Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος (ΣΕΛ), όπου η νόσος προκαλείται από δυσλειτουργία του ειδικού ανοσοποιητικού συστήματος, οι ασθενείς με αυτοφλεγμονώδη νοσήματα δεν παράγουν αντισώματα ή αυτοδραστικά Τ- ή Β-λεμφοκύτταρα. Αντιθέτως, τα αυτοφλεγμονώδη νοσήματα χαρακτηρίζονται από βλάβες στο σύστημα της φυσικής ανοσίας.

Στα αυτοάνοσα νοσήματα το ανοσοποιητικό σύστημα αναγνωρίζει κάποιο τμήμα του οργανισμού σαν εισβολέα και παράγει ειδικά αντισώματα εναντίον του, τα οποία λέγονται αυτοαντισώματα. Στα αυτοφλεγμονώδη νοσήματα έχουμε το ίδιο αποτέλεσμα χωρίς όμως την παρουσία αυτοαντισωμάτων. Αυτή είναι και η βασικότερη διαφορά μεταξύ αυτοάνοσων και αυτοφλεγμονωδών νοσημάτων και καθιστά σαφές ότι οι διαταρχές που προκαλούνται από τα αυτοφλεγμονώδη νοσήματα έχουν εξωγενή αιτιολογία.

Τα συμπτώματα των νοσημάτων αυτών ποικίλλουν, αλλά συνήθως περιλαμβάνουν επεισόδια εμπύρετου, πόνο στις αρθρώσεις, δερματικά εξανθήματα και κοιλιακά άλγη. Τα συμπτώματα αυτά παρουσιάζονται σε ένα μεγάλο αριθμό νοσημάτων οπότε πολλές φορές η διάγνωση είναι πολύ δύσκολη. Μπορούν ακόμη να προκαλέσουν και χρόνιες επιπλοκές, όπως αμυλοείδωση.

Τα περισσότερα αυτοφλεγμονώδη νοσήματα είναι γενετικώς καθοριζόμενα και εμφανίζονται στην παιδική ηλικία. Το συχνότερο αυτοφλεγμονώδες νόσημα είναι ο Οικογενής Μεσογειακός Πυρετός, ο οποίος προκαλεί μικρά επεισόδια εμπύρετου, κοιλιακό άλγος και ορογονίτιδα που διαρκεί λιγότερο από 72 ώρες. Προκαλείται από μεταλλάξεις στο γονίδιο MEFV, που κωδικοποιεί την πρωτείνη πυρίνη. Φυσιολογικά η πυρίνη έχει έναν αντιφλεγμονώδη ρόλο, ο οποίος όμως δεν επιτελείται από τις μεταλλαγμένες της μορφές όπως στην περίπτωση του οικογενούς μεσογειακού πυρετού.

Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένα αυτοφλεγμονώδη νοσήματα που δεν έχουν γενετική προδιάθεση. Ένα παράδειγμα είναι το σύνδρομο PFAPA, το οποίο αποτελεί το πλέον κοινό αυτοφλεγμονώδες νόσημα στα παιδιά. Χαρακτηρίζεται από επεισόδια εμπύρετου, αφθώδους στοματίτιδας, φαρυγγοαμυγδαλίτιδας και τραχηλικής λεμφαδενίτιδας. Άλλα αυτοφλεγμονώδη νοσήματα χωρίς επιβεβαιωμένη γενετική προδιάθεση είναι η νόσος του Still που εμφανίζεται στην ενήλικη ζωή, το σύνδρομο Schnitzler και η χρόνια υποτροπιάζουσα πολυεστιακή οστεομυελίτιδα. Αυτές οι ασθένειες έχουν πολυπαραγοντική αιτιολογία, αφού υπάρχει συνήθως γενετική προδιάθεση αλλά χρειάζεται και κάποιος περιβαλλοντικός παράγοντας για να προκαλέσει την εκδήλωση της νόσου.

Προσφάτως, μία έρευνα που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Nature» έδειξε ότι η διατροφή παίζει επίσης πολύ σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των αυτοφλεγμονωδών νοσημάτων. Τα επίπεδα κατανάλωσης κορεσμένων λιπών και χοληστερόλης (διατροφή υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά), επηρεάζουν τη σύνθεση της μικροχλωρίδας του εντέρου. Από την έρευνα αυτή έγινε σαφές ότι η διατροφή είναι άμεσα σχετιζόμενη με την ευαισθησία τόσο σε κάποια αυτοάνοσα όσο και σε κάποια αυτοφλεγμονώδη νοσήματα.

Η διάγνωση και θεραπευτική αντιμετώπιση των αντιφλεγμονωδών νοσημάτων απαιτεί ιδιαίτερη γνώση και εμπειρία από τον ειδικό ιατρό, αφού αποτελούν μια ετερογενή ομάδα παθήσεων με κλινικές εκδηλώσεις που εμφανίζονται και σε πολλά αλλά νοσήματα.

Λέξεις-Κλειδιά
Επίκτητη ανοσία: Το κομμάτι του ανοσοποιητικού συστήματος που αναπτύσσεται όσο το άτομο ωριμάζει. Χρησιμοποιεί αντισώματα για να καταπολεμήσει επιβλαβείς ουσίες.
Αμυλοείδωση: Μία δυνητικά θανατηφόρος συσσώρευση μιας πρωτείνης του αίματος στα ζωτικά όργανα.
Αντίσωμα: Μία ειδική πρωτείνη που παράγεται από το ανοσοποιητικό σύστημα. Αναγνωρίζει και βοηθά στην καταπολέμηση λοιμογόνων παραγόντων και άλλων ξένων ουσιών που εισέρχοναι στο σώμα.
Αντιγόνο: Μία ξένη ουσία που προκαλεί την παραγωγή αντισωμάτων όταν εισέρχεται στο σώμα.
Αυτοαντίσωμα: Ένα αντίσωμα που λανθασμένα προσκολλάται σε υγιείς ιστούς του σώματος και σηματοδοτεί την καταστροφή τους.
Αυτοάνοσο Νόσημα: Ένα νόσημα που είναι το αποτέλεσμα της επίθεσης του ανοσοποιητικού συστήματος -λανθασμένα- στους ιστούς του σώματος.
Αυτοφλεγμονώδες Νόσημα: Ένα νόσημα που δημιουργείται όταν το φυσικό ανοσοποιητικό σύστημα προκαλεί φλεγμονή για άγνωστους λόγους.
Νόσος του Behcet: Ένα αυτοφλεγμονώσες νόσημα που προκαλεί πληγές ελκών ή έλκη στο στόμα και στα γεννητικά όργανα και φλεγμονή σε μέρη του οφθαλμού.
Ανοσοποιητικό σύστημα: Ένα σύνθετο δίκτυο εξειδικευμένων κυττάρων και οργάνων που συνεργάζονται με σκοπό να προστατεύσουν το σώμα από επιθέσεις ξένων εισβολέων όπως βακτήρια και ιοί.
Φυσικό ανοσοποιητικό σύστημα: Το πιο πρωτόγονο μέρος του ανοσοποιητικού συστήματος. Χρησιμοποιεί είδη λευκών αιμοσφαιρίων που λέγονται κοκκιοκύτταρα και μονκύτταρα για να καταστρέψει επιβλαβείς ουσίες.

Παρακάτω παρατίθεται μία λίστα με τα σημαντικότερα αυτοφλεγμονώδη νοσήματα:

Λίστα Αυτοφλεγμονωδών Νοσημάτων