Μία πρόσφατη έρευνα διαπίστωσε ότι οι ασθενείς με παθολογικά υψηλά αλλά και παθολογικά χαμηλά επίπεδα αιμοσφαιρίνης έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης άνοιας στην τρίτη ηλικία.

Η αιμοσφαιρίνη είναι μία πρωτεΐνη που βρίσκεται στα ερυθρά αιμοσφαίρια και ουσιαστικά είναι αυτή που μεταφέρει το οξυγόνο από τους πνεύμονες στον υπόλοιπο οργανισμό.

Τα χαμηλά επίπεδα της αιμοσφαιρίνης είναι συνήθως εκδεικτικά αναιμίας.

Η αναιμία είναι μία από τις πλέον κοινές διαταραχές του αίματος, καθώς επηρεάζει περίπου 1.62 δισεκατομμύρια άτομα παγκοσμίως.

Τα χαμηλά επίπεδα της αιμοσφαιρίνης συνδέονται με αρκετές αρνητικές επιδράσεις για την υγεία, μεταξύ των οποίων ο αυξημένος κίνδυνος εγκεφαλικού επεισοδίου και στεφανιαίας νόσου. Ωστόσο, γνωρίζουμε ελάχιστα σχετικά με τη σύνδεση ανάμεσα στα επίπεδα της αιμοσφαιρίνης και τον κίνδυνο άνοιας.

Αναιμία και Άνοια

Προφάτως, μία ομάδα ερευνητών από το Erasmus Medical Center στην Ολλανδία εξερεύνησε αν υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στα επίπεδα της αιμοσφαιρίνης, την αναιμία και την άνοια. Τα αποτελέσματά τους δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Neurology.

Προηγούμενες έρευνες είχαν διαπιστώσει σύνδεση ανάμεσα στην αναιμία και την άνοια, ωστόσο οι περισσότερες είχαν παρακολουθήσει τους ασθενείς για μικρή διάρκεια (3 χρόνια).

Λόγω της μικρής διάρκειας των ερευνών αυτών, οι παρατηρήσεις τους μπορεί να ερμηνευθούν από μικρές αλλαγές στη συμπεριφορά, τη διατροφή ή το μεταβολισμό στα πρώιμα στάδια της άνοιας (πριν τη διάγνωση), καθώς αυτές μπορεί να αρκούν για να εξηγήσουν τις διαφορές που παρατηρήθηκαν.

Οι ερευνητές αποφάσισαν να εξετάσουν τους εθελοντές για μεγαλύερη διάρκεια έτσι ώστε να μπορέσουν να έχουν καλύτερη εικόνα για τη σύνδεση.

Συνολικά, συνέλεξαν δεδομένα από 12.305 άτομα με μέσο όρο ηλικίας τα 65. Κανένας από τους εθελοντές δεν είχε άνοια στην αρχή της έρευνας. Οι επιστήμονες εξέτασαν τα επίπεδα της αιμοσφαιρίνης στην αρχή της έρευνας και παρατήρησαν ότι το 6.1% των εθελοντών (745 άτομα) είχε αναιμία.

Στους άνδρες, τα ποσοστά αναιμίας παρουσίασαν σταθερή αύξηση με την ηλικία, ωστόσο στις γυναίκες, η αναιμία ήταν συχνότερη πριν εμμηνόπαυση.

Κατά τη διάρκεια των 12 ετών, 1520 εθελοντές παρουσίασαν άνοια. Οι ερευνητές είχαν επίσης πρόσβαση στις απεικονιστικές εξετάσεις του εγκεφάλου για 5.319 εθελοντές. Αυτό τους επέτρεψε να εξετάσουν τη ροή του αίματος στον εγκέφαλο, την παρουσία σημείων αγγειοπάθειας αλλά και τη συνδεσιμότητα των περιοχών του εγκεφάλου.

Σημαντικά Αυξημένος Κίνδυνος

Κατά την ανάλυσή τους, οι επιστήμονες έλαβαν υπόψη τους διάφορους παράγοντες που μπορεί να επηρεάσαν τα αποτελέσματα, μεταξύ των οποίων η ηλικία, το φύλο, η κατανάλωση αλκοόλ, ο δείκτης μάζας σώματος (ΔΜΣ), ο διαβήτης, η νεφρική λειτουργία και τα επίπεδα της χοληστερόλης.

Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι οι ασθενείς με υψηλά και χαμηλά επίπεδα αιμοσφαιρίνης είχαν αυξημένο κίνδυνο άνοιας σε σχέση με τα άτομα που είχαν φυσιολογικά επίπεδα. Όπως έγραψαν οι ερευνητές:

«Συγκριτικά με τους ασθενείς που δεν είχαν αναιμία, η παρουσία αναιμίας σχετίστηκε με 34% αυξημένο κίνδυνο άνοιας από όλα τα αίτια και 41% αυξημένο κίνδυνο νόσου Alzheimer».

Όταν οι επιστήμονες εξέτασαν τα δεδομένα από τις μανγητικές τομογραφίες, διαπίστωσαν μία παράλληλη σύνδεση. Οι εθελοντές με τα υψηλότερα και τα χαμηλότερα επίπεδα αιμοσφαιρίνης είχαν το μεγαλύτερο αριθμό βλαβών στη λευκή ουσία και μειωμένη συνδεσιμότητα στις διάφορες περιοχές του εγκεφάλου.

Οι ερευνητές έδειξαν επίσης ότι οι εθελοντές με αναιμία είχαν 45% αυξημένη πιθανότητα να έχουν τουλάχιστον μία μικροαιμορραγία σε σχέση με αυτούς που δεν είχαν αναιμία. Οι μικροαιμορραγίες είναι μικρές αιμορραγίες στον εγκέφαλο, οι οποίες «προκαλούνται πιθανώς από δομικές ανωμαλίες» στα αιμοφόρα αγγεία. Ο αυξημένος αριθμός μικροαιμορραγιών σχετίζεται πιθανώς με έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών και άνοια.

Η έρευνα δεν αποτελεί απόδειξη ότι τα υψηλά ή χαμηλά επίπεδα της αιμοσφαιρίνης μπορεί να προκαλέσουν άνοια. Για παράδειγμα, οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν με βεβαιότητα ότι η σύνδεση δεν αποδίδεται σε άλλες αγγειακές μεταβολικές αλλαγές οι οποίες πιθανώς περιλαμβάνουν το σίδηρο ή τις βιταμίνες Β9 και Β12.

Επιπλέον, οι ερευνητές τόνισαν ότι η αναιμία μπορεί να αποτελεί σύμπτωμα αρκετών καταστάσεων, από σπάνιες, όπως τα μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα, μέχρι αρκετά συχνές, όπως η φλεγμονή.

Αν και οι επιστήμονες προσπάθησαν να κάνουν προσαρμογή στα αποτελέσματά τους για τους παραπάνω παράγοντες, υπάρχει πιθανότητα να συνέβαλαν στην εμφάνιση άνοιας μέσω άλλων οδών διαφορετικών από τα επίπεδα της αιμοσφαιρίνης.

Η Σύνδεση

Καθώς η αιμοσφαιρίνη μεταφέρει το οξυγόνο στον οργανισμό, αν υπάρχουν χαμηλές ποσότητες της πρωτεΐνης αυτής, ορισμένα μέρη του εγκεφάλου μπορεί να παρουσιάσουν υποξία. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε φλεγμονή και εγκεφαλικές βλάβες.

Μία άλλη πιθανή εξήγηση είναι η έλλειψη σιδήρου. Όπως δήλωσαν οι ερευνητές:

«Ο σίδηρος είναι απαραίτητος για αρκετές κυτταρικές διεργασίες στον εγκέφαλο, μεταξύ των οποίων η σύνθεση νευροδιαβιβαστών, η μιτοχονδριακή λειτουργία και η μυελίνωση των νευρώνων».

Ο μηχανισμός μέσω του οποίου τα υψηλά επίπεδα αιμοσφαιρίνης αυξάνουν τον κίνδυνο άνοιας είναι επίσης υπό διερεύνηση. Μία θεωρία είναι τα αυξημένα επίπεδα αιμοσφαιρίνης καθιστούν το αίμα αρκετά ιξώδες, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εισέλθει εύκολα στα μικρά αγγεία, περιορίζοντας έτσι πιθανώς την παροχή οξυγόνου.

Αν και η νέα έρευνα ήταν αρκετά ισχυρή, καθώς χρησιμοποίησε λεπτομερή δεδομένα και έκανε προσαρμογή για αρκετούς παράγοντες, είχε ορισμένους περιορισμούς. Για παράδειγμα, οι ερευνητές δεν εξέτασαν τα επίπεδα του σιδήρου και των βιταμινών Β, τα οποία μπορεί πιθανώς να παίζουν ρόλο στην παραπάνω σύνδεση.

Σημείωσαν επίσης ότι οι περισσότεροι εθελοντές ήταν Ευρωπαίοι, επομένως η σύνδεση που παρατηρήθηκε μπορεί να μην αφορά πληθυσμούς άλλων χωρών.

Η έρευνα προσφέρει σημαντικά στοιχεία για μία σύνδεση η οποία έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς η αναιμία, όπως προαναφέρθηκε, είναι αρκετά κοινή κατάσταση. Αν αναλογιστούμε ότι τα ποσοστά της άνοιας επίσης παρουσιάζουν αύξηση παγκοσμίως καταλαβαίνουμε ποσό σημαντικές είναι οι έρευνες για τη σύνδεση ανάμεσα στις δύο αυτές καταστάσεις.

«Η συχνότητα της άνοιας αναμένεται να τριπλασιαστεί τις επόμενες δεκαετίες, ενώ τα μεγαλύτερα ποσοστά αναμένεται να εμφανιστούν στις χώρες με τη μεγαλύτερη συχνότητα αναιμιών», κατέληξαν οι ερευνητές.