Το 20% των ενηλίκων σήμερα υποφέρουν από χρόνιο πόνο, μία κατάσταση που οδηγεί αρκετούς ασθενείς στην αναπηρία και μειώνει σημαντικά την παραγωγικότητα. Ο χρόνιος πόνος αποτελεί ένα από τα συχνότερα αίτια που οδηγεί τους ενηλίκες να αναζητήσουν ιατρική φροντίδα, ενώ μπορεί να προκαλέσει άγχος, κατάθλιψη, μείωση της κινητικότητας και γενικότερη υποβάθμιση της ποιότητας ζωής. Αν και οι βραχυπρόθεσμες θεραπείες είναι γενικά αποτελεσματικές, ακόμα δεν έχει ανακαλυφθεί κάποια μακροπρόθεσμη θεραπεία για την αντιμετώπιση του χρονίου πόνου.

Για να κατανοήσουμε τι είναι αυτό που μας λείπει για να αναπτύξουμε μία θεραπεία για το χρόνιο πόνο, πρέπει αρχικά να κατανοήσουμε με ποιον τρόπο ο οργανισμός αντιλαμβάνεται και αποκρίνεται στο άλγος. Στο σύνολο του οργανισμού υπάρχουν νευρώνες που αντιλαμβάνονται τον πόνο, γνωστοί ως αλγοϋποδοχείς, οι οποίοι αποκρίνονται σε επιβλαβή ή δυνητικά επιβλαβή ερεθίσματα στέλνοντας ένα σήμα «πιθανού κινδύνου». Το σήμα αυτό ταξιδεύει διαμέσου των νεύρων και φτάνει στο νωτιαίο μυελό, όπου επεξεργάζεται το μήνυμα του άλγους και το μεταφέρει στον εγκέφαλο. Εκεί ο θάλαμος επεξεργάζεται περισσότερο το σήμα και στη συνέχεια μεταφέρεται στον εγκεφαλικό φλοιό, απ’όπου και το αντιλαμβανόμαστε.

Μόλις λάβει το μήνυμα του άλγους από τους αλγοϋποδοχείς, το δίκτυο ρύθμισης του άλγους στον εγκέφαλο μπορεί είτε να αναστείλει είτε να ενισχύσει το άλγος ανάλογα με τις περιστάσεις. Τυπικά, τα μηνύματα οξέος άλγους θεωρούνται «καλά» σήματα καθώς προειδοποιούν τον οργανισμό για δυνητικές βλάβες, επιτρέποντας έτσι να ενεργοποιηθούν προστατευτικοί μηχανισμοί που στη συνέχεια θα ανασταλλούν. Τα σήματα του χρονίου πόνου, ωστόσο, θεωρούνται συνήθως «επιβλαβή», καθώς αντιπροσωπεύουν μία δυσλειτουργία του συστήματος που δεν μπορεί να αναστείλει τα σήματα του άλγους με αποτέλεσμα αυτά να συνεχίζονται ανεξέλεγκτα.

Ένα συχνό ερώτημα που αντιμετωπίζουν οι ερευνητές που ασχολούνται με το άλγος είναι γιατί η ίδια νόσος ή ο ίδιος τραυματισμός προκαλεί διαφορετική ένταση άλγους σε διαφορετικά άτομα. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις τελευταίων ερευνών, οι άνθρωποι που έχουν ισορροπημένο σύστημα ρύθμισης του άλγους μπορούν να αναστείλουν καλύτερα τα περιττά και αβλαβή μηνύματα του άλγους, ενώ αυτοί που έχουν ανισορροπία του παραπάνω συστήματος αντιμετωπίζουν εντονότερο οξύ αλλά και χρόνιο πόνο. Διάφορες μελέτες έχουν παρατηρήσει ότι οι ασθενείς με διαταραχές του άλγους όπως η ημικρανία, η κεφαλαλγία τάσεως, η ινομυαλγία, το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου και η οστεοαρθρίτιδα έχουν μειωμένη ικανότητα να αναστέλλουν τα σήματα του άλγους.

Τα άτομα που πάσχουν από τις παραπάνω παθήσεις καταφεύγουν συχνά σε αναλγητικά φάρμακα με ή χωρίς συνταγή για τον αποκλεισμό των σημάτων του πόνου. Ωστόσο, τα φάρμακα αυτά δεν ενδείκνυνται για μακροχρόνια χρήση. Καταλαβαίνουμε, επομένως, ότι αντί να αναπτύξουμε νέους συνδυασμούς φαρμάκων για τη μακροχρόνια διαχείριση του άλγους, ίσως θα έπρεπε να ακολουθήσουμε μία νέα προσέγγιση για την αντιμετώπιση του χρονίου πόνου. Με την εξέλιξη της τεχονολογίας, έχουμε πλέον τη δυνατότητα να αντιμετώπισουμε τις παθήσεις που συνοδεύονται από χρόνιο πόνο με μη επεμβατικές τεχνικές.

Αντιμετωπίζοντας τον Πόνο σε Σημεία που δεν Εμφανίζεται

Μία αντίληψη ευρείας αποδοχής στην ιατρική είναι ότι το άλγος σε ένα σημείο του σώματος θεωρείται λιγότερο έντονο από τον εγκέφαλο όταν εισάγεται μία νέα πηγή άλγους σε ένα άλλο σημείο. Ο μηχανισμός αυτός περιλαμβάνει ενεργοποίηση των εσωτερικών ανασταλτικών κυκλωμάτων που προκαλείται από τη νέα πηγή άλγους, με αποτέλεσμα ο αρχικός πόνος να αναστέλλεται. Κατά τη μελέτη του μηχανισμού αυτού στον άνθρωπο, το φαινόμενο αυτό ονομάζεται CPM (conditioned pain modulation), ένας όρος που χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει τη διαδικασία της ενδογενούς αναστολής του άλγους.

Τα τελευταία χρόνια έχουν έρθει αρκετά δεδομένα στο φως που δείχνουν ότι ο μηχανισμός CPM είναι λιγότερο αποτελεσματικός στους ασθενείς που πάσχουν από χρόνιο πόνο, και ιδιαίτερα αυτούς που πάσχουν από σύνδρομα ιδιοπαθούς πόνου. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η ικανότητα των ασθενών αυτών να περιορίζουν την αντίληψη ενός άλγους από μία νέα πηγή άλγους είναι περιορισμένη, κάτι που αποδίδεται πιθανώς στις επιδράσεις του χρονίου πόνου.

Αντίστοιχα, τα υγιή άτομα με φυσιολογικό CPM έχουν μικρότερη πιθανότητα να παρουσιάσουν έντονο άλγος μετά από ένα χειρουργείο. Το σύστημα αναστολής του άλγους, όπως αποτυπώνεται από το CPM, αποτελεί επομένως έναν ενδιαφέρον στόχο για ιατρικές συσκευές που θα μπορούν να τροποποιήσουν το σύστημα ρύθμισης του άλγους στον οργανισμό. Αυτό θα γίνεται μέσω της εφαρμογής ενός ήπιου επώδυνου ερεθίσματος το οποίο θα ενεργοποιεί την αναστολή του άλγους και θα περιορίζει ένα κλινικό άλγος.

Στην ημικρανία για παράδειγμα, η εφαρμογή ενός ερεθίσματος ταυτόχρονα με την εμφάνιση της κεφαλαλγίας θα ενεργοποιήσει την αναστολή του άλγους και θα αποκλείσει έτσι το επεισόδιο. Πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι η εφαρμογή ενός ερεθίσματος που ενεργοποιεί το CPM στην κεφαλή ή τον αυχένα δεν θα έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα, καθώς το νέο ερέθισμα θα θεωρηθεί απλά επέκταση του αρχικού άλγους της ημικρανίας.

Ως αποτέλεσμα, το σύστημα ρύθμισης του πόνου θα συνεχίσει να στέλνει επώδυνα σήματα τα οποία ενδέχεται να αυξηθούν και σε ένταση. Ωστόσο, αν τοποθετήσουμε τη συσκευή που ενεργοποιεί το CPM σε μία απομακρυσμένη περιοχή του σώματος, μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα ερέθισμα το οποίο θα αναγνωριστεί από το κέντρο ρύθμισης του άλγους ως διαφορετικό από το κλινικό αίτιο, με αποτέλεσμα να ενεργοποιηθεί η αναστολή του άλγους περιορίζοντας έτσι σημαντικά το κλινικό άλγος. Πρώιμες κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι η τοποθέτηση μίας συσκευής CPM σε απομακρυσμένα σημεία είναι εξίσου αποτελεσματική με τις φαρμακευτικές θεραπείες της ημικρανίας.

Οι τελευταίες έρευνες σχετικά με τη νευρορύθμιση και τους μηχανισμούς του άλγους θα οδηγήσουν σίγουρα σε νέες επιλογές για τους ασθενείς που υποφέρουν από χρόνιο πόνο. Οι νέες τεχνολογίες θα μας επιτρέψουν να απομακρυνθούμε από τις φαρμακευτικές θεραπείες και τις ανεπιθύμητες ενέργειες που προκαλούν. Καθώς κατανοούμε περισσότερα για τους διάφορους μηχανισμούς του άλγους, θα γίνουν διαθέσιμες νέες θεραπείες για τις παθήσεις ιδιοπαθούς άλγους.

Βιβλιογραφία: Scientific American

Φωτογραφία: Juan Pablo Arenas